τέρματα

Posted in Κάγκελα με ετικέτες , , , on Νοεμβρίου 15, 2009 by anoixiotis

Ταράχτηκαν τα τέρματα, ξεράθηκαν τα έλη, κι εγώ
ριζώνω πάλι μέσα στους κλειστούς μου τοίχους· τα
ικριώματα ολόγυρα περιμένουν το λαιμό μου
κι εγώ ανατριχιάζω κάθε πρωί (από το βάρος της «ζωής»;).
υφαρπαγή, πολιορκία, αποστασία: το παρελθόν με πολεμάει,
μα τώρα ξεκλείδωσα τα σεντούκια. Τι κι αν τα βρήκα άδεια!
ίδιος τρόμος, πασπαλισμένος με σιωπή κι ανημπόρια· οι
ανοιχτοί λογαριασμοί τώρα κλείνουν οριστικά.

bendmeover

το παιχνίδι της απελπισίας

Posted in Εγκλεισμός με ετικέτες , , on Νοεμβρίου 6, 2009 by anoixiotis

Η επανάληψη, η καθήλωση, η αναβολή και η αναστολή: των λέξεων, των στιγμών, των ωρών και των ημερών. Τα ίδια λόγια ανακυκλώνω, όπως τις πράξεις που αποφάσισα όλα τα βράδια και ποτέ δεν τόλμησα. Όπως τις αποφάσεις που πήρα και ποτέ δεν ξόρκισα. Όχι, δεν είναι πια καιρός ούτε για γράμματα ούτε για «στίχους». Ο καιρός της αθωότητας εξανεμίστηκε εδώ και χρόνια. Ο καιρός του εγκλεισμού βαστά ακόμα. Θηλιές ξεπροβάλλουν πίσω απ’ τις κουρτίνες. Αυτές τις ξοφλημένες κουρτίνες. Κρεμάλες κρύβονται κάτω απ’ το κρεβάτι μου. Σαν χαφιέδες.

Το ξέρω πως τέλειωσαν οι λέξεις, το ξέρω πως σώθηκαν οι ιστορίες. Κάθε κομμάτι μου ένας πόνος απόψε. Κάθε σκέψη μια κραυγή. Ουρλιάζοντας πάντα θα μετρώ τις λευκές νύχτες μου. Και θέλω να ‘ναι μόνο βράδυ: όμως είμαι υποχρεωμένος να χάνομαι σε σκοτεινές ημέρες. Και θέλω μόνο να νυχτώνει: όμως είναι συνέχεια μεσημέρι κατάφωτο και μαύρο, σαν αίμα και σαν θάνατος. Η εποχή του θάρρους σπέρνει καρφιά κι αγκάθια κάτω απ’ τις φτέρνες μου. Μου ζωγραφίζει εγκαύματα στους τοίχους. Μου τραγουδάει ουρλιαχτά.

Δεν είναι καιρός για στίχους ούτε για «γράμματα».  Όσα σου έγραψα, κάηκαν απ’ τις σιωπές μου. Τώρα βγάζω στο μπαλκόνι τα στυλό μου και περιμένω τη βροχή. Εξορίζω τις λέξεις και αγαπώ την τρύπα μου: με καλούν οι καιροί και οι καταιγίδες. Όταν σπάσει κι ο τελευταίος καθρέφτης, τότε ίσως αγαπήσω το πρόσωπό μου. Τα μάτια μου ασπρίσαν σαν τα μαλλιά μου και ο ιδρώτας στις παλάμες μου μοιάζει με τις χαρακιές απ’ το τσιγάρο στο τασάκι μου. Δεν μαζεύω τις στάχτες απ’ το τραπέζι μου, δεν έχω χαρτιά πια ούτε γραπτά: έχω μονάχα καπνό κι ομίχλη.

Πάλι κάνω σχέδια επί χάρτου, χτίζοντας χωμάτινα κάστρα πάνω σ’ αμμόλοφους. Ο πνιγμένος πιάνεται απ’ τα μαλλιά του: ο έγκλειστος, απ’ την αρρώστια του; Εδώ, σ’ αυτό το μικρό κελί, παίζω ιστορίες αποτυχίας και απαγγέλλω ραψωδίες μεγαλείου: μνημεία εγκλεισμού. Η ανακύκλωση είναι καθήλωση: ζω στις ρωγμές, ελπίζοντας το σκοτάδι, τη νύχτα, τα βράδια μου. Διακοπές κάνω απ’ τη ζωή, δηλαδή απ’ τον κόπο, τον μόχθο και τον πόνο. Όχι! Δεν στηρίζονται όλα σε μια απόφαση. Όλα στηρίζονται σ’ έναν θάνατο: δεν βγαίνεις απ’ την τρύπα ζωντανός.

Το όριο ξεπεράστηκε, αλλά τώρα το βλέπεις, το ξέρεις, το αγγίζεις. Αγκάλιασέ το και πάρτο μαζί σου στον γκρεμό. Δεν μένει τίποτα άλλο, παρά το ρίσκο: δεν μένει τίποτα άλλο από το παιχνίδι. Το παιχνίδι με τη φρίκη, το παιχνίδι με την απελπισία.

χιονοστιβάδα

Posted in Εγκλεισμός με ετικέτες , , on Νοεμβρίου 1, 2009 by anoixiotis

Ξύπνησε ο θάνατος, λοιπόν, και μετανάστευσε ο ύπνος. Στο πάτωμα σπασμένες λέξεις.  Στους τοίχους αίμα. Απόψε όλος ο χρόνος στροβιλίζεται γύρω απ’ το λαιμό μου. Κλειδώνω τις πόρτες και ασφαλίζω τα παντζούρια. Μια χούφτα δάκρυα μονάχα ζήτησα. Τα δικά σου.

Οι ίδιες λέξεις και οι ίδιες μουσικές. Να ισιώνω τα φύλλα των ημερολογίων και κάθε πρωί να τα ξαναβρίσκω τσαλακωμένα. Σκισμένα όνειρα και σκισμένα πρωινά. Θα τραμπαλιζόμουν απ’ τη ρώγα σου, αν μου είχαν μείνει χέρια. Ή θα κρυβόμουν στα βάθη του αιδοίου σου, αν δεν φοβόμουν το σκοτάδι. «Όλα όσα αρνήθηκα»: στοιχειά και φάσματα που βρικολάκιασαν.

επανάληψη

Posted in Εγκλεισμός με ετικέτες , , on Οκτωβρίου 21, 2009 by anoixiotis

«μήτηρ μαθήσεως», καλάθι υπομνήσεων και κατάλοιπο αναμνήσεων. Τουτέστιν: το καταφύγιο της καθήλωσης. Εκεί που ξεψυχούν οι μέρες και τα λόγια, εκεί που τριγυρνούν φαντάσματα. Είναι κάτι νύχτες που δεν συνέβησαν ποτέ και εξακολουθούν να με στοιχειώνουν. Ο ρυθμός της μουσικής βουβάθηκε, ο ρυθμός της ανάσας μένει. Λαχανιάζεις, μάτια μου, μέσα στα χέρια μου κι εγώ ματώνω. Αγκομαχάς μακριά μου· κι εγώ κρεμιέμαι απ’ το παράθυρο με τα χρυσά μαλλιά σου.

Φάρσες, χασμωδίες, κωμωδίες. Οι τραγωδίες μας τελείωσαν πριν χρόνια. Θυμάσαι πόσα; Να ξαπλώνεις στα παγωμένα πατώματα και να σε λούζω με ζεστό αλκοόλ. Να με ραντίζεις με δάκρυα και με γέλια. Δεν είναι τρόμος, πλέον. Δεν είναι καν σιωπή. Ο καιρός των λέξεων τελείωσε, τώρα αρχίζει ο καιρός του θάρρους. Κάποτε θα σπάσει ο ουρανός από τα γέλια μας και τότε θα σε κλειδώσω μέσα στο κελί μου. Να μετράμε μαζί τις μέρες και τις νύχτες, τις ώρες και τους λεπτοδείχτες.

Θα ‘ρθει μια ώρα μάταιη και ματωμένη που θα σου προσφέρω όλο το αίμα απ’ το λαιμό μου.

3353613-lg

hurt

Posted in Εγκλεισμός με ετικέτες on Οκτωβρίου 3, 2009 by anoixiotis

με κυνηγούν οι μνήμες
με αρρωσταίνουν τα πρωινά
κι όσο κολλάν οι λέξεις μου
όσο ιδρώνουν οι παλάμες μου
όσο αγκομαχά η ανάσα μου
και το τσιγάρο μου κολλάει στα χείλη
τόσο μικραίνουν οι ώρες
και λιγοστεύουν οι άνθρωποι

Απόψε δάγκωσα τους τοίχους. Έξυσα με τα νύχια τα πατώματα. Θραύσματα μαρμάρων που ποτέ δεν γνώρισες και ποτέ δεν θα πατήσεις. Στην άκρη ενός γκρεμού σταθήκαμε. Μεσημέρι, να λιώνουν τα ματωμένα πόδια μας. Αντίο, είπες. Κι έσπασαν όλα τα καλοκαίρια. Σ’ ένα βαθύ υπόγειο ξαπλώσαμε. Χιονιάς και θάνατος απ’ έξω. Στο τζάκι καίγονταν τα γράμματά μου. Θυμάσαι πώς κοιτούσες τα χέρια μου; Κι όλη η σιωπή του κόσμου δεν έφτανε για ένα σου δάκρυ. Αντίο, λοιπόν. Μέχρι το θάρρος να βρεθεί και μέχρι να γυρίσω.

φάσματα, φαντάσματα, φαντασίες

Posted in Εγκλεισμός, Ημερολόγιο τοίχου με ετικέτες , , , on Αυγούστου 15, 2009 by anoixiotis

e4Ng8qidCqg9uxuf9Xvng2PWo1_500

φυγή και διαφυγή, δρόμοι κλειστοί, αδυναμίες, μες στο κατ
ακαλόκαιρο, αργοπορημένη έξοδος, ηρωική ή κωμική, μάλλον παυσίπο
νη (ή έτσι ελπίζω), ένα χέρι με πιάνει απ’ το λαιμό, επισ
τρέφει ο θάνατος και ο χειμώνας, ποιος να μου το’ λεγε, εκτ
άσεις εσωτερικές προσωπικής ιστορίας, ει μη και παρωδίας, αναμνή
σεις άρρωστες, μπαγιάτικες σαν ξεραμένα σπέρματα, κατάλοιπα αυνανισ
μού και ονειρώξεων επίπονων, επίμοχθων, επίορκων, επίπλ
αστων. μην υποκύπτεις! μην προσπερνάς! μη λησμονείς! μην σακα
τέψεις την ανάπηρη σκια σου! πυρπολημένες νύχτες, σκιάχτρα και τέρ
ατα, όλος μου ο φόβος δεν κάνει ένα χαμόγελό σου.

e4Ng8qidCr028klfSfwc7SfOo1_400

…λέξεις…

Posted in Εγκλεισμός με ετικέτες , , on Αυγούστου 13, 2009 by anoixiotis

apf7iQwOuflun4kkyPMZ2Od1o1_500

Φαντασιώσεις μεγαλείου και Ταπεινώσεις ανικανότητας. Το αιώνιο δίλημμα, γεμάτο από ακυρώσεις, ονειρώξεις, ηδονές, επιστολές και, πάνω απ’ όλα, αναστολές. Αναβάλλοντας, ζεις περισσότερο άραγε; [Πολύ αμφιβάλλω].

Ανέβηκα, ωστόσο, την ανηφόρα, για ένα καρτούτσο κρασί, μαζί με δυο κουβέντες. Κι ύστερα πολυλογία, φλυαρία, άγνωστοι που παίζουν τους γνωστούς και τους φίλους [σαν τους κλέφτες και τους αστυνόμους].

Μαζεύω τις λέξεις μου για τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Λιγοστεύουν τα απομεσήμερα, μην το ξεχνάς! Λέξεις-κλειδιά, κώδικες άγνωστων γλωσσών, δέκα λέξεις-δέκα τόμοι μιας βιογραφίας που ποτέ δεν θα γραφτεί. Άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα, καρτ-ποστάλ, πεταλούδες, κορμιά, μουνιά και σπέρματα. Εγώ λέξεις.

Κάποτε θα τις χαράξω πάνω στο κορμί της. Και τότε θα ‘μαστε αληθινά αδέρφια. Οι ίδιες χαρακιές, οι ίδιες πληγές. Μέσα και έξω. Κάποτε θα γεμίσουν τους τοίχους και τα χαρτιά μου, σαν το χέρι της, σαν το λαιμό της. Κάποτε… Ή ίσως και ποτέ.

πριν την αρχή

Posted in Εγκλεισμός με ετικέτες , , on Αυγούστου 10, 2009 by anoixiotis

σε προκαλώ
πιες απ’ το λαιμό μου όλο το αίμα
είναι πια η εποχή του θάρρους
[όχι του θέρους... αυτό είναι όλο και πιο θλιβερό]

ο καύσωνας έφερε μαζί του
τ’ αποκαΐδια των καλοκαιριών μου
εμένα! που πάντα σιχαινόμουνα τον ήλιο
και πέθαινα ντάλα μεσημέρι κάθε μέρα…

σκισμένα χαρτιά και απρόσμενα τζιτζίκια,
καμμένα γράμματα και μισοτελειωμένα όνειρα,
ονειρώξεις και προσευχές, αρχινισμένοι όρκοι,
ατέλειωτος ιδρώτας κι ένα μοναδικό μολύβι –
ο καύσωνας έφερε παυσίπονα και αλκοόλ
μέσα απ’ το κλειστό παντζούρι.

ιερογλυφικά, για μυθιστορήματα που ακόμα δεν άρχισα·
σημειώσεις αυτόχειρα έγκλειστου και ερημίτη,
να θυμηθώ να τα μαζέψω… να θυμηθώ να τα φυλάξω.

λογαριασμοί που είχαν κλείσει και
γραμμάτια που με περιμένουν κάτω απ’ το κρεβάτι.
δέκα λέξεις όλες κι όλες
κι όμως φτάνουν για να πυρπολήσουν μια ολάκερη ζωή!

φέτος όλα επιστρέφουν

Posted in Εγκλεισμός, Ημερολόγιο τοίχου με ετικέτες , , , on Αυγούστου 4, 2009 by anoixiotis

norm-murray

κτίσματα, ρινίσματα, αποκαΐδια·
ατάκτως αυθάδικα κι απρόσμενα, ενίοτε δε και
θλιμμένα, μουγγά κι απελπισμένα·
ήτοι: εκεί που σύρθηκα, εκεί που έγλειψα, εκεί που πόνεσα,
λοβοί και λαιμητόμοι, λιμοί και λαιστρυγόνες — να μου θυμίζουν:
ωδίνες που ξερνούσαν τη δειλία μου και την ευχή μου, κι ένα
σημάδι κάτω απ’ τον δεξιό μου πνεύμονα, όλη μου
η ανάγκη κι όλος ο έρωτας, τουτέστιν ο τρόμος…  και ο πόνος.

&

πτώση: σάλτο στο κενό, με χέρια ματωμένα και παράθυρα κλειστά
αρνήσεις: σφαγιασμένες λέξεις και κρυψώνες μέσα σε γράμματα
ρείθρα: γλίστρημα πάνω σ’ αλκοόλ μπαγιάτικο και χαλασμένο
εκτοπισμός: (με έδιωχναν τα χέρια σου και ο γυμνός λαιμός σου)
λόγια: τουτέστιν φλυαρίες και συνωστισμός, τουτέστιν φρίκη
θυσία: μια ώρα που αυτοκτόνησε, ήταν 02:17, 03:08, 04:45 ή 05:10;;;
όχι: κλειστό παντζούρι, κατεβασμένα στόρια, σιωπές
ναι: ολόγυμνη σε ήθελα μέσα στο θάνατο, γι’ αυτό σ’ αρνήθηκα.

τρένα και κλειστοί σταθμοί

Posted in Εγκλεισμός με ετικέτες , , , on Αυγούστου 2, 2009 by anoixiotis

παράθυροΠόση σιωπή μαζεύτηκε μέσα στη σκόνη. Πάλι καίγονται οι τοίχοι και λιώνουν τα πεζοδρόμια. Έξω απ’ το παντζούρι μου μονάχα μπάζα και σκόνη και φωτιά και τρόμος. Ο ιδρώτας μου έχει γεύση από πένθος, αλλά δεν ξεχνάει ποτέ να στέκεται πάνω στα μάτια μου. Τα δάχτυλά μου πονούν ακόμα. Αυτό το καλοκαίρι είναι πιο κρύο απ’ τα άλλα. Κι ο καύσωνας μου καίει τους πνεύμονες σαν πυρκαγιά. Αυτό το καλοκαίρι… κομμένες κεφαλές και ανάπηρες γλώσσες χορεύουν πάνω στα συντρίμμια. Σε ψάχνω ακόμα σε βιβλία. Ακόμα φοράω τις σιωπές μου στο λαιμό. Φυλαχτά, αν θυμάσαι. Αλλά, γιατί να θυμάσαι; Τόσα χρόνια έγδερνα τους τοίχους κι έξω ακόμα δεν βγήκα. Το κελί μου άλλαξε όροφο, ε και; Τα ‘παμε, όμως, αυτά. Αν μ’ άκουγες, θα πέθαινα μέσα σε μια στάλα ουίσκι. Κι ακόμα δεν έχω πιει τίποτα, μόνο πικρό καφέ και χιλιόμετρα δρόμου. Καψαλισμένες ώρες και λεπτοδείκτες-λαιμητόμοι. Πώς σιχαίνομαι τις παρομοιώσεις και τις μεταφορές!! Κι αν σε περίμενα, τούτος ο σταθμός δεν περιμένει πια κανένα τρένο να περάσει. Κλειστός, λέει. Εκτελούνται έργα. Υπομονή…

Ακόμα δεν έμαθα τι σημαίνει «καλοκαίρι». Ο εγκλεισμός δεν έχει χρώμα ούτε εποχή.

(αφήγηση)

Posted in Ημερολόγιο τοίχου, Κάγκελα με ετικέτες , on Ιουλίου 2, 2009 by anoixiotis

0107

είχε πάρει να βραδιάζει όταν ξεπρόβαλε απ’ την ομίχλη η αρχαία λίμνη…
και τότε βρήκαν όλα νόημα
ως κι ο θάνατος

μα…
αυτήν την ιστορία ακόμα δεν θα την πω…

μονάχα μια λέξη
όσο κι αν γύρναγα την πλάτη στο
νερό
τόσο επέστρεφαν
τα μάτια της
και με κοιτούσαν
πιο ματωμένα
κι απ’ τη λίμνη
στο λιόγερμα

κι αυτό το
βλέμμα
έγδερνε τη σάρκα
μου

παραμύθι

Posted in Εγκλεισμός, Κάγκελα με ετικέτες , , , , on Ιουνίου 13, 2009 by anoixiotis
Coeur du plaisir

Coeur du plaisir

μια φορά κι έναν καιρό…
πυρπολούνταν τα μεσημέρια, απαγχονίζονταν οι λέξεις κι ο χρόνος έτριζε κάτω απ’ τα βήματά της.

μια φορά κι έναν καιρό…
σερνόμουν στις υγρές της μνήμες, τσαλαβουτούσα μες στα σκοτεινά νερά της.

μια φορά κι έναν καιρό…
μου άνοιξε την πόρτα του απύθμενου και του μοιραίου… κι εγώ — ο μωρός, ο μόνος — στεκόμουν στο κατώφλι και την κοίταζα, με μια ανυπόφορη απορία.

μια φορά κι έναν καιρό…
η ιστορία σάστισε μπροστά στο στήθος της, η λίμνη στέρεψε μπροστά στα μάτια της και το κρεβάτι βυθίστηκε μέσα στην πλάτη της.

μια φορά κι έναν καιρό…
με κυνηγούσε ένα πύρινο ποτάμι, τότε που πρόδωσα τα πάντα και στέρεψα από ύπνο.

μια φορά κι έναν καιρό…
περπάτησα πάνω στο μαχαίρι, πάνω στο σύνορο, πάνω στα ύδατα και τους ορίζοντες.

μια φορά κι έναν καιρό…
γλίστρησα πάνω στον αφαλό της, μα ξέχασα για πού ξεκίνησα και ξεχάστηκα στο γυμνό νησί της.

μια φορά κι έναν καιρό…
ήταν όλα αλλιώς και όλα ίδια, ήταν τα μάτια μου ξεκούραστα, τα χέρια μου πιο καθαρά και τα μαλλιά μου δεν είχαν ακόμα ασπρίσει.

μια φορά κι έναν καιρό…
την είχα.

μια φορά κι έναν καιρό…
την έχασα.

Δεν έχω πια καιρό… Ούτε ανάσα… Μόνο σιωπή.

τρίπτυχα

Posted in Εγκλεισμός, Κάγκελα on Απριλίου 22, 2009 by anoixiotis

Ι.
όσο σφίγγει ο κλοιός τόσο φρενιάζουν τα διλήμματα·
όσο αρρωσταίνουν οι μέρες τόσο νυχτώνουν τα πεζοδρόμια·
όσο κρυώνει ο καφές μου τόσο πληγώνεται η σάρκα.

ΙΙ.
ανάμεσα στην προσφυγιά και την επιστροφή, επιλέγω την τρέλα·
ανάμεσα στη συνθηκολόγηση και το μαρτύριο, διαλέγω τη σιωπή·
ανάμεσα στον έρωτα και τον πόνο, προτιμώ το σφίξιμο.

ΙΙΙ.
τι είναι τα ονόματα, αν όχι ψέματα;
τι είναι οι φωτιές, αν όχι λόγχες;
τι είναι οι σημαίες, αν όχι τραύματα;

IV.
να μετράς τις καταθλίψεις σαν να ‘ταν μέρες
να ζυγίζεις τις σιωπές σαν να ‘ταν όνειρα
να φυλάς τα δεκανίκια σαν να ‘ταν ημερολόγια.

χαρακιές

Posted in Εγκλεισμός με ετικέτες , , on Απριλίου 12, 2009 by anoixiotis

Ημουν το ξέπλυμμα της αυγής και της νυχτιάς το μήπως.
Γονατιστός και ματωμένος μες στου κελιού τη θαλπωρή,
έπλεκα μαλλιά με άρρωστες σκιές και σκισμένα χαρτιά.
Ολόγυρα οι θάνατοι
κι οι σφαίρες και οι χαρακιές — και το δικό μου στόμα από καιρό
στεγνό, στυφό, αμπαρωμένο …
Και τώρα, να! Να που έρχεται η «ζωή» και με χτυπάει στα μούτρα,
να που έρχεται το «τώρα» και μου χαράζει το σημάδι του
στα χέρια και τα βλέφαρα, να που έρχεται η θάλασσα
κι ο άνεμος της σκοτεινιάς και των ανθρώπων το χνώτο
το βαρύ και πικραμένο.
Πόσους ίσκους ν’ αντέξει τούτη η πλάτη;
Του εγκλεισμού τη φλυαρία δεν την αντέχουν ούτε οι τοίχοι μου. Μα
τι να κάνεις. Κάθε φορά η ίδια ιστορία. Χαράζει η μέρα πριν κοιμηθείς,
χαράζει το δέρμα απ’ τους πόνους, χαράζει το αίμα απ’ το φόβο,
χαρακιές παντού μα όχι μέσα σου. Τόσες φορές αρνήθηκα τις φλόγες
που  έχασα το λογαριασμό.
Κι ήμουν δειλός
και ήμουν μόνος
και κάτι τεράστιοι λεπτοδείχτες μπήγονταν στη σάρκα μου
και τότε ξύπνησα απ’ τη ζωή και βρέθηκα στο όνειρο
μα ήταν εφιάλτης.

κρανία ανοιχτά

Posted in Εγκλεισμός, Ημερολόγιο τοίχου με ετικέτες , , on Μαρτίου 29, 2009 by anoixiotis

Κι αν ξαναρχίζει εδώ η αναμέτρηση με το τώρα και με το τίποτα, τι να’ναι άραγε εκτός από «επιστροφή»; Έληξαν όλα λοιπόν ή τίποτα δεν είχε ποτέ αρχίσει; Κρανία ανοιχτά τα λόγια μου λυσσομανούν και σφύζουν

από χολή και ήττα. Απελπισμένοι καιροί γκρεμίζουν τους λεπτοδείκτες. Κι εγώ μετρώ, ξαναμετρώ όσα χάθηκαν. Θλιμμένα πεζοδρόμια με χαιρετούν κάθε που βγαίνω για τσιγάρα. Τα ίδια πάντα βήματα, μετρημένα, απαράλλαχτα. Απ’ τη σιωπή να επιστρέφω αμέριμνος, να πέφτω πάνω στο παρελθόν, να το ξορκίζω φλυαρώντας. Λέξεις να χύνονται και όχι σπέρματα. Μίλα για να σωθείς απ’ τη μαύρη σκοτεινιά που σε κυκλώνει! Μίλα για να γλιτώσεις απ’ τα κεφάλια που επέστρεψαν κομίζοντας αγκαλιές που κάποτε αρνήθηκες

ή σ’ αρνήθηκαν. Ποιος να θυμάται τώρα… Κι αν απαντούσαν τα πεζοδρόμια, θα έβγαζαν κραυγές για τις φωτιές που μάζεψαν και γέννησαν και ξέρασαν. Για τις φωτιές που καίνε πάντα. Για τις φωτιές που αρνήθηκα κι αρνούμαι, και κλείνω τα παντζούρια και τ’ αυτιά. Πώς μπορείς να επαναλαμβάνεις όλες τις ήττες; Πώς μπορείς να κάνεις το φόβο σου παντιέρα, την ατολμία προσευχή και τη σιγή αιώνα; Ήμουν γυμνός πολύ καιρό

μια πια του λύκου το τομάρι με φυλά. Ο λύκος, ξέρεις, πεθαίνει πάντα μόνος. Κουλουριασμένος σε μια βαθιά της πόλης τρύπα. Στους υπονόμους ίσως. Ή και στην πιο φριχτή πλατεία. Μα πιθανόν σ’ ένα διαμέρισμα, πίσω απ’ τους τοίχους. Το τελευταίο του ουρλιαχτό, πληρωμή για όσα πρόδωσε και όσα αρνήθηκε. Τις ώρες που γέμιζαν οι δρόμοι με καπνούς, τις μέρες που καίγονταν τα πεζοδρόμια, τα βράδια που έβρεχε φωτιά… ο λύκος είχε πάρει τον άλλο  δρόμο, το δικό του.