τι είναι η ζωή

Οκτωβρίου 13, 2011

Απορία πνιγμένη στα πιο σκοτεινά βάθη της ψυχής. Ερωτήσεις βγαλμένες απ’ το βούρκο της μέρας. Καθώς γυρνάς, κάθιδρος, από τη βόλτα σου στα βρωμερά σοκάκια της πόλης. Απορία φτιαγμένη από αγκάθια. Κολλάει στον λαιμό. Να ψάχνεις απαντήσεις και να βρίσκεις μόνο σκουπίδια. Με σκόνη να κλείνεις τις χαραμάδες του μυαλού σου, με καπνό τις ρωγμές της σάρκας σου. Να λείπει πάντα το αλκοόλ, όσα μπουκάλια κι αν αδειάσεις. Να χτίζεις τοίχους και αναχώματα κι όλο να γκρεμίζονται. Να φτιάχνεις χαρακώματα με τ’ απομεινάρια των χρόνων σου κι όλο να παρασύρονται από χειμάρρους (θλίψης). Να ξενυχτάς ψάχνοντας λέξεις και να μην τα καταφέρνεις. Να εγκαταλείπεις. Να βάζεις τα δάχτυλά σου στην πρίζα, μπας και φωτιστεί το βράδυ. Να δαγκώνεις γυμνά καλώδια και τίποτα να μην αλλάζει. Να σέρνεσαι σε μαρμάρινα πατώματα ψάχνοντας σταλαγματιές ανάμνησης, σταγόνες ανθρώπινης υγρασίας. Να ξύνεις τους τοίχους και να μη φεύγει το μαύρο χρώμα. Να τρίβεις τα πλακάκια και να μη ξεπλένεται η βρωμιά. Όλα να ξεγλιστράνε μέσα απ’ τα χέρια σου. Όλα να ξεψυχούν σαν τις άσπρες τρίχες στα μαλλιά σου. Να μην μπορείς να φτιάξεις μισή σκέψη χωρίς να σε πιάνει το στομάχι σου. Να μην μπορείς να πεις δυο προτάσεις χωρίς να γυρίζει το κεφάλι σου. Να ακούς λόγια και να μην ξέρεις τι σημαίνουν. Να μιλάς στα πεζοδρόμια και μετά να σωριάζεσαι δίπλα στους άστεγους. Να σηκώνεσαι, να περπατάς στην άκρη του γκρεμού κι από κάτω να είναι μόνο η άσφαλτος. Να γελάνε μαζί σου οι πολυκατοικίες. Να σε κοροϊδεύουν τα μουγκά πουλιά. Να κρύβεσαι κάτω απ’ το κρεβάτι, κουλουριασμένος σαν το φίδι. Να ξυπνάς μες στο στομάχι του φιδιού. Να είσαι το φίδι. Να ανοίγεις το παντζούρι. Να κλείνεις το παντζούρι. Να ανοίγεις την πόρτα και να μπαίνεις στο πατάρι. Να κλείνεις το παράθυρο και να κατεβαίνεις στο υπόγειο. Περιγραφές. Αιματηρές συνήθειες. Απαριθμήσεις. Ταξινομήσεις. Σύνορα.

Πράξη Α — σχέδιο α

Οκτωβρίου 11, 2011

(Κελί. Κάγκελα μπηγμένα στο πάτωμα που υψώνονται μέχρι την αφάνεια. Θα μπορούσε, φυσικά, να είναι ένα κοινό δωμάτιο, σε κάποιο μικροσκοπικό και παγωμένο διαμέρισμα τρίτου ορόφου. Μέσα απ’ τα κάγκελα φαίνεται λίγος ουρανός, μονίμως στο ίδιο χρώμα, που δεν είσαι ποτέ σίγουρος αν είναι άσπρο, γαλάζιο ή μαύρο. Βασιλεύει η σιωπή.)

ΑΝΤΡΑΣ
Σιωπηλή εποχή. Κάθε βράδυ καρφώνω τις λέξεις στους τοίχους, να μη φύγουν. Κάθε πρωί τις μετρώ και τις βγάζω λιγότερες. Όταν λιγοστεύει η ζωή, λιγοστεύουν και οι λέξεις. Ακόμα δεν έχω βρει πώς να φτιάχνω καινούργιες, ακόμα δεν κατάλαβα γιατί ο ήλιος επιμένει να βγαίνει την αυγή, παρόλο που όλα γύρω δεν έχουν κανένα νόημα. Κι όταν έρχεται η βροχή, η σκοτεινιά κλειδώνει τα παντζούρια, οι χαραμάδες σηκώνονται και φεύγουν κι όλα αρχίζουν πάλι απ’ την αρχή. Απ’ την «αρχή», καταλαβαίνεις;

ΓΥΝΑΙΚΑ
Του θανάτου είναι τ’ αστέρια. Του θανάτου και τα ξημερώματα.

ΑΝΤΡΑΣ
«Φτιαγμένος από σκοτεινιά», έτσι έλεγες. Θυμάσαι; Κι ας σερνόμουν κάτω απ’ τις λαιμητόμους, προσέχοντας να μην ξυπνήσω τα φίδια που παραμόνευαν. Πώς να κρυφτείς απ’ τα μάτια που σε κοιτάνε ως το στομάχι; Πώς να περάσεις τη φωτιά χωρίς να καείς; (σιωπή) Ύστερα, μια ανάμνηση μπήγεται στον κρόταφό μου, φλεγόμενη και μανιασμένη.  Όλα χαμένα, έξω γκρεμισμένες πολυκατοικίες, ερείπια που καπνίζουν και ανθίζουν. Άνθη ερημιάς. Εκεί που κάποτε ακούγονταν φωνές, τώρα λυσσομανά ο κρύος αέρας. Στα μπαλκόνια δεν φυτρώνουν πια λουλούδια, μόνο μαύρα φύκια. Οι σκισμένες τέντες μένουν να θυμίζουν ότι κάποτε ζούσαν εκεί  άνθρωποι, άνθρωποι που μίλαγαν και φώναζαν και γέλαγαν και μάλωναν και έκλαιγαν και… και… Κάποτε ζούσαν άνθρωποι εκεί. Κάποτε τους άκουγα να σέρνονται, να περπατάνε, να κλαψουρίζουν, να ψιθυρίζουν. Κάποτε… Όταν ήταν ακόμα καιρός. Όταν…

ΓΥΝΑΙΚΑ
Του θανάτου φαντάσματα. Φάσματα. Φαρέτρες. Φανάρια. Φασουλήδες.

ΑΝΤΡΑΣ
Όχι. (σιωπή)

αδράνεια

Οκτωβρίου 10, 2011

Είναι σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος. Αδράνεια δεκαετίας. Δέκα χρόνια ακινησία, δέκα χρόνια οι ίδιοι κύκλοι, αγκομαχητό γύρω από το ίδιο κέντρο. Κι είναι φορές που σ’ έναν χρόνο διανύει όλη τη διαδρομή των δέκα, κι άλλες που την κάνει μέσα σε έναν μήνα, ή μια μέρα, ή μια ώρα. Όμως ο κύκλος είναι ίδιος, ο μεγάλος κύκλος κλείνει όλους τους μικρότερους, οι μικροί κύκλοι είναι κακέκτυπα του μεγάλου. Γαϊτανάκι, το έλεγε κάποτε. Όταν, τέλος πάντων, το είδε στον καθρέφτη, να γυρίζει πάνω απ’ το κεφάλι του. Κι ήταν κουρασμένος, κατάκοπος απ’ τις άνυδρες σκέψεις και τις κρεμασμένες λέξεις. Είχε ανάψει το φως στο μπάνιο και προσπαθούσε να καταλάβει αν αυτό που έβλεπε στον καθρέφτη ήταν ο εαυτός του ή το φάντασμά του. Και τότε το είδε. Αποτρόπαιο γαϊτανάκι, φτιαγμένο από κουφάρια του ασυνείδητου και προδομένα φονικά. Τότε άρχισε να λέει τους κύκλους «θηλιές».

Αν ήταν αλυσοδεμένος, ίσως να ήταν καλύτερα. Αν μάλιστα ήταν φυλακισμένος, είναι σίγουρος ότι τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Στο κάτω κάτω, ο έγκλειστος δεν έχει παρά το κελί του, το μαξιλάρι του και λίγο ουρανό. Τα φώτα ανάβουν, τα φώτα σβήνουν. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ: λέξεις χωρίς σημασία. Δεν του ανήκει τίποτα, ούτε καν οι «αποφάσεις του». Δεν τον περιμένει τίποτα, ούτε καν ο «θάνατος». Αν ήταν κρατούμενος, ναι, όλα θα ήταν διαφορετικά — παραλίγο να πει: ωραία.

Συχνά πετάγεται απ’ το κρεβάτι σαν κάτι να περιμένει. Σαν τους ανάπηρους που καμιά φορά ονειρεύονται ότι είναι ακόμα αρτιμελείς ή τους θανατοποινίτες που ξαναβλέπουν την ώρα που τους έπιασαν — όμως αυτή τη φορά ξεφεύγουν απ’ τους διώκτες τους. Άλλες φορές τα μάτια του ανοίγουν άξαφνα μες στον ύπνο, σαν ν’ άκουσε φωνές ή σαν κάποιος να πέρασε δίπλα απ’ το κρεβάτι του. Ανοίγουν τα μάτια μες στο σκοτάδι, με τις κρυμμένες του σκιές και τα παλιά φαντάσματα. Ξέρει πως είναι εκεί, ξέρει πως δίπλα του στέκονται αμίλητα, μα δεν τα βλέπει. Ανοίγει τα μάτια και κοιτάει το (αόρατο) ταβάνι του, μην μπορώντας να αποφασίσει ακόμα αν βλέπει όνειρο ή αν πραγματικά είναι μία ακόμα αϋπνία. Ώσπου σηκώνεται. Και τότε όλα τελειώνουν, όλα παίρνουν το δρόμο τους, θα περιμένει πάλι το ξημέρωμα.

Δυστυχώς ο ήλιος επιμένει να βγαίνει κάθε αυγή ή, τέλος πάντων, γι’ αυτόν, όλα τα ξημερώματα να έρχονται καλπάζοντας και να του θυμίζουν ότι και πάλι μόνος θα δει το πρώτο φως μέσα απ’ τις χαραμάδες. Εκείνες τις ώρες, η σκόνη αλλάζει χρώματα, όχι όμως και όνομα. Τρεκλίζει, στριφογυρίζει, περιπλέκεται στη μύτη του, μπερδεύεται στα δάχτυλά του. Το όνομά της είναι «ερημιά». Μαζί με τον καπνό απ’ το τσιγάρο του, φτιάχνουν πίδακες ασφυξίας. Τα κατακόκκινα μάτια του μαρτυρούν όλα τα δάκρυα που πνίγει κάθε βράδυ, όλα τα όνειρα που αποφεύγει, το μαξιλάρι του που έχει βγάλει (καιρό τώρα) αγκάθια. Πριόνια αλωνίζουν μέσα στο κεφάλι του.

και η βροχή δεν ήρθε

Οκτωβρίου 9, 2011

κλεισμένος
μάταιος ο κόπος του παραθύρου –χαράματα πάλι
μάταια και τα όνειρα:
μόνο εφιάλτες σεργιανίζουν εδώ μέσα·
μάταια τα δάκρυα,
ματαιωμένα ξημερώματα.

(και πάλι τα λογοπαίγνια, πάλι το ανακάτεμα –όχι του στομαχιού– των γραμμάτων, των λέξεων… φευ! same old stories)

εγκλωβισμένος
το τραυματισμένο μυαλό
μπερδεύεται
μες στα σκονισμένα καλώδια·
κι αν μάζεψα τη σκόνη, το χωμάτινο πάτωμα με χλευάζει:
εκτοπισμένες σκέψεις.

κι ο χρόνος
μια παρωδία των ημερών,
σε αιώνια αναμονή του τίποτα
και προσμονή των πάντων — φυσικά!

(όλα μου τα λόγια γκρεμίστηκαν, όλα μου τα γραπτά κάηκαν, της επανάληψης κοπετός, της επανάληψης μίσος, της επανάληψης…)

επιστροφή
η περιπλάνηση είναι  ζήτημα θέσης:
περιπέτειες που δεν άρχισαν ή που
τελείωσαν κάτω από ένα ρολόι,
δίπλα σε μια ετοιμοθάνατη λάμπα του δρόμου –
τα πεζοδρόμια, ρε, αυτά σε γδέρνουν.

(κι όλο παρενθέσεις, σαν τα Σαββατοκύριακα της ζωής μου, όλο χρόνια άχρονα, λεπτά εκλεπτυσμένα, ώρες παρωχημένες: φτου, και πάλι φτου!)

ξερατά
κι ακόμα μένουν μαύρες μες στην κοιλιά μου
οι σαπισμένες λέξεις
τα αρρωστημένα γράμματα (γράμματα-μικρόβια)
τα μισοπεθαμένα  λόγια·
κι ακόμα κουλουριάζεται το φίδι
και κάτω απ’ το δέρμα μου
ακόμα
τρίζουν οι δηλητηριασμένες γλώσσες
ακόμα
τα κρεμασμένα μου παιδιά
ζητούν εκδίκηση
ή, έστω, τον τελευταίο τους ύπνο.

περιμένοντας τη βροχή

Οκτωβρίου 8, 2011

Χειμώνιασε, ευτυχώς. Και περιμένω την παγωνιά, μετρώντας τη σκόνη κάτω απ’ το γραφείο μου. Τα βιβλία κλειστά να μένουν και οι ηλεκτρικοί σπινθήρες να καίνε του μυαλού τα σύνορα. Καφές και τσιγάρο και ξεραμένα λόγια σε σαπισμένα δόντια. Να περιμένω την παγωνιά ή, έστω, τη βροχή, μπας και ξεπλυθεί η θλίψη, μπας και ξεβραστεί ο πόνος. Ανώφελα όνειρα, φυσικά· οι ανέφελες μέρες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Όταν λιγοστεύει ο χρόνος, κάθε ξημέρωμα είναι μια καινούργια απορία. Λέξεις-πληγές. Τραγούδια-μαχαίρια. Θέλω να πω ότι οι γραμμένες «πληγές» δεν αιμορραγούν, αλλά και ποτέ δεν κλείνουν. Χάσκουν σαν σκισμένα γράμματα.

μαξιλάρι

Οκτωβρίου 7, 2011

Πεθαίνουμε όπως ζούμε ή ζούμε όπως πεθαίνουμε; Κάθε μέρα μια νέα ιστορία ξετυλίγει το ίδιο κουβάρι, καινούργια γράμματα φτιάχνουν παλιές λέξεις, στραβωμένα καρφιά καρφώνονται στους μαυρισμένους τοίχους. Ο καπνός απ’ το τσιγάρο μοιάζει να στροβιλίζεται πάντα προς την ίδια μεριά: τη μεριά της τρέλας. Όλα μου τα τσιγάρα έχουν την ίδια γεύση: μυρίζουν θάνατο και καταιγίδες. Οι καπνισμένοι τοίχοι τρεκλίζουν, τα καψαλισμένα σεντόνια χλευάζουν τις νύχτες μου.

Το τσιμπιδάκι απ’ τα μαλλιά της μένει καρφωμένο στο πάτωμα. Υπενθύμιση, μνήμη και αμνησία. Άραγε θυμάται τι σημαίνει κατάφωτο σκότος, κατασκότεινο μεσημέρι; Ο ύπνος της εξορίας έρχεται πάντα το ξημέρωμα. Ο εκτοπισμένος πριν από τους εφιάλτες, φοβάται το ίδιο του το μαξιλάρι. Πώς να ξαπλώσεις στα ξυράφια, χωρίς την πανοπλία σου ή, έστω, λίγο οινόπνευμα. Τα αδειανά μπουκάλια, σαν γκρεμισμένα τείχη, χάσκουν και χαχανίζουν.

Κι όλο μαζεύω καυσόξυλα για τη σόμπα που δεν έχω, όλο μαζεύω γράμματα για τα λόγια που σώθηκαν. Σαν ξεφτισμένη ταπετσαρία, κομμάτια «ζωής» πέφτουν και συνθλίβονται στο πάτωμα. Όσο μεγαλώνει το παρελθόν, τόσο μικραίνουν οι μέρες: οι λεπτοδείκτες μετρούν πια ώρες, ώρες κρυμμένες σε κλειδωμένα συρτάρια. Ο ηρωικός εγκλεισμός δεν είναι παρά μια παρωδία της καθημερινής ζωής. Όμως ο κόσμος συνεχίζει να μοιάζει ακατανόητος.

Και σταμάτησαν και οι μουσικές. Σιώπησαν τα στερεοφωνικά και μας έμειναν μονάχα τα μονοφωνικά φονικά: φτηνές παρηχήσεις, φτηνότερα λογοπαίγνια. Δεν είναι καιρός για παιχνίδι: κάθε χαμόγελο ματώνει τα χείλη, κάθε χαμόγελο προδίδει την οδύνη. Η τελευταία θυσία είναι η μόνιμη, αρχαία θυσία. Μια μαύρη τρύπα χάσκει πάνω απ’ το κεφάλι μου, συντρόφισσα πιστή στα βήματα που κυκλώνουν τους χαμένους δρόμους.

νέα σεζόν

Οκτωβρίου 4, 2011

Νέα σοδειά, νέο ξεκίνημα, με παλιά τραγούδια, κιτρινισμένα γράμματα, χαμόγελα στα όρια του λυγμού και ασυλλόγιστες νύχτες ξεβρασμένες στην όχθη του καιρού. Ξεπροδοβίζω τις μέρες της καμμένης χώρας· με τα «σημάδια της τρελής» άκαυτα εσαεί να τυραννάνε τα ξημερώματα· με τα φαντάσματα να σιωπούν πια, και μόνο να κοιτάνε διαπεραστικά τις κουρτίνες, τα παντζούρια, τους μαυρισμένους τοίχους. Νέο ξεκίνημα, ολόιδιο με όλα τα προηγούμενα –και όλα τα επόμενα. Η λιτανεία της θλίψης δεν έχει λάβει τέλος ακόμα: οι μπροστινοί κρατάνε τις φλέβες μου σαν εξαπτέρυγα, οι τελευταίοι κουβαλάνε υπό μάλης τις άδειες νταμιτζάνες μου. Νύχτες λευκές, άυπνα ξέφωτα στα σκοτεινά μου λημέρια, επιστροφή στα ανεπίδοτα γράμματα, στην αβίωτη ζωή· όλα καλά, όλα κανονικά, λοιπόν.

Ανεπίκαιρος: τα λόγια κομματιασμένα, ριγμένα στο βρώμικο περβάζι, χωμένα κάτω απ’ το σκονισμένο κρεβάτι, καρφωμένα στα πλακάκια του μπάνιου. Ούτε μια λέξη πια να μην μπορώ να φτιάξω χωρίς να αιμορραγώ, χωρίς να διαμελίζεται το χέρι, το μελάνι, το χαρτί. Η απόγνωση εγκυμονεί την αιώνια επιστροφή στο «τέλος» ή την τελεσίδικη εξορία στο παρελθόν. Εκεί που όλα έγιναν, τίποτα πια δεν μπορεί να συμβεί. Η επανάληψη κερδίζει έδαφος απ’ το παρόν, την ώρα που το μέλλον αποκόπηκε, σαν ρημαγμένο δέντρο, σαν ξεριζωμένη καρδιά, σαν σαπισμένο σάλιο. Ο εκτοπισμός δεν έχει πλέον σύνορα. Ο χρόνος αρχίζει και τελειώνει μέσα στο ποτήρι μου. Ο ραγισμένος τοίχος αντέχει ακόμα.

Γέμισε ο τόπος ηλεκτρικές κρεμάλες, σπινθήρες φωτίζουν το κελί μου, μια μυρωδιά από αντισηπτικό απλώνεται ένα γύρω. Τα τραγούδια γδέρνουν το τραπέζι με τον λίγωμά τους, η φωνή του τραγουδιστή μέγγενη, τα τουμπελέκια πριονίζουν την καρέκλα μου. Παγωμένη λάβα κάτω απ’ τις φτέρνες μου, καίγεται ο λαιμός μου απ’ τις ανήσυχες σκέψεις. Και μέτρησα όλη τη νύχτα, περπατώντας πάνω στα καρφιά μου. Μάζεψα όλα τα λεπτά της μες στο κεφάλι μου, ουρλιάζοντας πάνω απ’ την ερημιά των πολυκατοικιών. Σε μια άλλη ζωή, θα έγραφα για τις αϋπνίες και τις ημικρανίες, για την ερημιά και τη νύχτα, για την σκοτεινιά και την ερήμωση. Κι ακόμα δεν έμαθα από τι είμαι φτιαγμένος, ακόμα δεν έμαθα πώς να μιλάω σε κλειστά αυτιά, ακόμα δεν έμαθα πώς να μαζεύω λέξεις ή, έστω, γράμματα, ακόμα δεν έμαθα τι εννοούν τα τραγούδια, τι θέλουν να πουν τα ποιήματα.

Και δεν θέλησα τίποτα. Παρά μόνο ένα λευκό χάδι. Μόνο ένα παγωμένο χέρι στο πυρακτωμένο κούτελό μου. Μισή αγκαλιά μονάχα. Ένα γεμάτο βλέμμα. Και μια ολόκληρη σιωπή μπροστά στον πόνο μου — και τη σκοτεινιά μου.

της θυσίας

Αυγούστου 12, 2011

μετράω τις ώρες
κι όλο λειψές
μου βγαίνουν
τα λεπτά, όμως,
βραδυπορούν
κι ατέλειωτα σφυροκοπούν
το κεφάλι μου.

ήχοι και κρότοι
η πομπή ξεκίνησε
και πάλι λείπω
μουγκρίζει  ο καιρός
έξω απ’ το κλειστό
παντζούρι
αλλά, εδώ μέσα,
μόνο μαύρες τρύπες
παλιές ιστορίες
κι αυτές
οι άθλιες,
οι ριζωμένες αναμνήσεις.

κρατάω την αναπνοή μου
μέχρι να  ξημερώσει το βράδυ
δεν φτουράει το αλκοόλ, μάτια μου,
«ο πόνος ξέρει κολύμπι», θυμάσαι;

το πατάρι μου έχει γεμίσει
με ξεραμένες θλίψεις
κι αραχνιασμένα όνειρα
και συνεχίζω
να παραχώνω χρησμούς
και μέρες
και σκελετούς
– ως πότε λοιπόν; –
δεν περιμένω τίποτα
δεν έχει άκρη το τούνελ
δεν έχει φως η μέρα

οι μαύρες τρύπες
δεν μπαζώνονται
δεν κλείνουν
οι μαύρες τρύπες
είναι
το τέρμα
της θυσίας.

της ημικρανίας

Αυγούστου 3, 2011

Είναι μάλλον που
στοίχειωσαν τα όνειρά μου από
τα κρυφά δάκρυα
(της)
από τα κλειδωμένα λόγια
(μου)
από το ρέον αίμα, το μαύρο αίμα
της σκοτεινιάς.

Ίσως πάλι να ‘ναι
ο χτύπος του ρολογιού
όταν
υψώνεται αβάσταχτο το
μεσημέρι
όταν
ο ήλιος εκσφενδονίζει
τις τρομερές φωτεινές
σκιές του.

Στο φλιτζάνι μου κολυμπάνε
μαύροι καπνοί.
Στο στόμα μου σαπίζουν
αλκοολικά βράδια.
Το κεφάλι μου ετοιμάζεται
να σπάσει
απ’ τις εκρήξεις και τις
σιωπές.
Τα λόγια
(της)
γδέρνουν το κρανίο
(μου).
Πίδακες
πόνου
σέρνουν
το χορό.

Τόσα κεριά
λιωμένα –
τα μάτια αρνούνται
να υπακούσουν
– τόσα κλειστά
χαράματα.
Μόνο ο
ιδρώτας να
σημαδεύει τις νύχτες
μέχρι τα πυρωμένα
πρωινά.
Λευκά βράδια
σκοτεινά απομεσήμερα
κατάμαυρες μέρες.
Οι μνήμες
πριονίζουν
το στερέωμα
και το λαιμό
(μου).

της φιλίας

Αυγούστου 2, 2011

Στα υπόγειά μας· στα στενά μας διαμερίσματα· στις άδειες σπηλιές μας· ο καθένας στο κελί του και όλοι μαζί στο βάλτο, να ψάχνουμε ξέφωτα, να βρίσκουμε μόνο καμμένα δάχτυλα (απ’ τα τσιγάρα) και πυρακτωμένα στόματα (απ’ το αλκοόλ)… Ο καθένας στο κελί του, παρέα με το φίδι του: κοίτα να δεις κάτι κατοικίδια που βρίσκουμε στα… γεράματα. Στο χώρο που δεν έχει χρόνο να πλέκουμε τις ίδιες λέξεις στο δέρμα μας, επαναλαμβάνοντας μηχανικά τις ίδιες ιστορίες, τις ίδιες ιδέες, τα ίδια μονοπάτια. Ο εγκλεισμός είναι, φυσικά, μέσα μας: μαζί τους απλώς διπλασιάζεται, τριπλασιάζεται. Θεωρίες, ιστορίες, τραγωδίες, κωμωδίες· μια παρωδία ζωής σαν άλλο μονόπρακτο της θλίψης.

Παραβιάστηκαν, λέω, οι κανόνες και ξεπεράστηκαν τα όρια. Με την προδοσία μαθαίνεις να ζεις νωρίς, αν είσαι τυχερός. Γνωρίζεις τότε τους «ανθρώπους» απ’ την καλή και την ανάποδη. Χωρίς αυταπάτες, μπορείς να φτιάξεις το πεδίο της μάχης (σου).  Κι ας μην αλλάζουν οι άνθρωποι. Βαριές λέξεις, φτιαγμένες από αφρό: φλόγες κυκλώνουν το μυαλό, ερμητικά γράμματα χωρίς διέξοδο. Τριγυρνώ μέσα στο κεφάλι μου και ψάχνω τη λέξη που θα με λυτρώσει. Μάταιος κόπος. Η παλινωδία είναι το άλλο όνομα της παρωδίας: ζω μόνος, όχι μοναχικά, διάγω εξόριστος, όχι εξορισμένος. Στης φαντασίας τα ποτάμια κολύμπησα πολλές φορές, μέχρι που στέρεψαν. Τώρα κάθομαι στης όχθης το ξεραμένο χώμα κι αναρωτιέμαι: πού πήγαν, ρε γαμώτο, οι μέρες της φωτιάς; Πού χάθηκε το θάρρος, μες στο θέρος;

Ανώφελες ερωτήσεις, καημένε. Όλος ο κόσμος έχει γίνει μια μικροσκοπική παγωμένη πέτρα. Στα βράχια ζουν φαντάσματα, ως γνωστόν. Κι η θάλασσα, που μόνο αυτή ξέρει από σκοτεινιά, τα χαϊδεύει μήπως και τους πάρει λίγο τον πόνο. Θυσία, φόρος στην ερημιά, το χέρι της απόγνωσης είναι τόσο ζεστό. Το κεφάλι μου έχει πάρει φωτιά. Τα δάκρυά μου είναι πυρακτωμένα. Δεν χωράω πουθενά, δεν με χωράει ο τόπος. Πνίγεται η ανάσα, το σάλιο κολλάει στο λαιμό, κάθε μου λέξη είναι φτιαγμένη από σιωπή. Όλα ειπώθηκαν, αλλά τίποτα δεν ακούστηκε. Μια ζωή τα ίδια: άγραφα γράμματα, γραμμένα ημερολόγια, ξεσκισμένες διαδρομές και λεωφόροι που αγκομαχούν κάτω απ’ τα βήματά μου. Ούτε ένα σπίρτο δεν μου ‘χει μείνει πια. Αρνούμαι το φως, αρνούμαι τη μέρα. Υποκύπτω, δηλαδή, και παραδέχομαι την ήττα. Όχι συνθηκολόγηση ούτε οπισθοχώρηση. Απλή, καθαρή, περίλαμπρη ήττα. Μόνοι μας θα βαδίσουμε ως το τέλος του δρόμου. Ας είναι.

της μοίρας

Αυγούστου 1, 2011

θαμμένος: την ώρα του κατακλυσμού, αδρανής, την ώρα της φωτιάς, τσακισμένος. το παγωμένο χέρι, ένα καθρέφτισμα της πυρπολημένης θλίψης: αβάσταχτη παρωδία στιγμών εκκρεμών. οι εκκρεμότητες είναι ρωγμές· έρχονται απ’ το παρελθόν, κοιτούν στο μέλλον,  τους λείπει όμως  αιωνίως το παρόν. ιπτάμενη λησμονιά.

ο βάλτος του πεπρωμένου, ο κήπος της μοίρας: πώς να μη γίνεις αυτό που είσαι, πώς να είσαι αυτό που δεν έγινες, πώς να είσαι αυτό που είσαι, χωρίς να γίνεσαι τίποτα ή πως να γίνεις αυτό που έγινες ή που θα γίνεις. ουφ! φλυαρίες, κομματιασμένες σκέψεις, σαν αποκεφαλισμένες παρθένες.

η μοίρα είναι επανάληψη: χτικιό δηλαδή, ήττα, πανωλεθρία. στα ίδια δωμάτια, στα ίδια πατώματα, τα ίδια χαρτιά και τα ίδια μελάνια: οι ίδιες λέξεις, τα ίδια ηλεκτρικά περιττώματα, τα ίδια πυρωμένα γράμματα. ο χρόνος μόνο σέρνεται ακόμα. το χθόνιο φίδι κουλουριάζεται μες στην κάμαρά μου. το ταΐζω αλκοόλ, το τρέφω με σάρκα. τα στίγματα της φορεσιάς του είναι όλες μου οι μνήμες: τα χρώματα είναι άχρωμα.

η συνάντηση

Ιουλίου 24, 2011

το χαρτί έμεινε λευκό (είχε σωθεί το μελάνι), το χέρι αρνιόταν να οδηγήσει τα γράμματα ή να φτιάξει τις λέξεις: οι εκτοπισμένοι δεν διαβάζουν τις επιστολές των ζωντανών, οι εκτοπισμένοι μιλούν μόνο τη γλώσσα που άφησαν πίσω τους — στο μεταξύ τα γράμματα έχουν αλλάξει θέση, οι λέξεις έχουν πάρει άλλη όψη, όμως αυτά είναι πράγματα που οι εκτοπισμένοι δεν θα τα μάθουν ποτέ. οι εκτοπισμένοι αδυνατούν να βρουν λέξεις για να μιλήσουν για «συναντήσεις» και ενδεχόμενα. στο χρόνο τους, η κάθε μέρα είναι αγώνας και ό,τι σπάει την «κανονικότητα» απλώς επιβεβαιώνει την εξορία τους.

πάλι, όμως, η «ζωή» πετάει στα σκουπίδια όλα τα σχέδια: τα κλειστά παντζούρια δεν αρκούν, οι αμπαρωμένες πόρτες δεν φτάνουν. ντυμένη το θάνατο, έρχεται (η ζωή) να χλευάσει τις σκέψεις. οι πράξεις ακόμα λείπουν: εξορισμένες κι αυτές. πάγωσαν τα χέρια, στα ρημαγμένα μάτια μου στίγμα κατακόκκινα υπενθυμίζουν ότι «ζούμε» μονίμως με τη σκιά του «θανάτου».

κλείνουν τα μάτια, οι δρόμοι, οι σιωπές… μεγάλωσα, καρδιά μου, και δεν βρίσκω πια τα μονοπάτια της μέρας… πληθαίνουν οι νύχτες, μαζί με τα κλειδιά, τα κελιά και τα αρρωστημένα πρωινά. μεγάλωσα, μετράω άσπρες τρίχες και μαύρους κύκλους, άδεια μπουκάλια κι ακόμα πιο άδεια βράδια… οι τοίχοι είναι στοιχειωμένοι: μιλούν, φωνάζουν, κλαίνε… οι πόρτες είναι κλειστές: δεν έχουν κλειδαριές, δεν ανοίγουν, δεν τρίζουν πια… οι άνθρωποι χάθηκαν: ό,τι μένει είναι μονάχα θλίψη και ερημιά.

ερχόμουν από αλλού, πήγαινα αλλού, στους δρόμους της σκοτεινιάς δεν έχει συντροφιά… νησίδες έψαχνα και πεφταστέρια… σε ρωγμές περιπλανήθηκα, σε έρημα μπαρ και καταγώγια πνιγμένα στον καπνό… στου χωριού μου το καφενείο παίζουν ζάρια το παρόν μου οι μοίρες… κι όλο χάνω, όλο χαμένος βγαίνω όταν τζογάρει το παρελθόν με το μέλλον… αδράνεια… οι μουσικές μου ξερνούν φωτιά και σκοτεινή σιωπή.

τοίχοι και καρφιά: όλα μου τα λόγια δυο λέξεις, όλες μου οι μνήμεςσ παγίδες και ρημαγμένα δωμάτια… άστραφταν κάποτε οι δυνατότητες, λαμπύριζαν τα παράθυρα από τις άχρονες νύχτες που έγιναν άχρωμες αγχόνες… αλλοπαρμένος!… να πιστέψω ότι μπορεί να σωθεί ο εκτοπισμένος… η εξορία είναι στην καρδιά, καημένε….

restart

Ιουλίου 11, 2011

τελειώνει η ζωή που… άρχισε (;), που ενέσκηψε αιφνιδίως και πάλι αναπάντεχα αποχώρησε… η ζωή που νόμισε ότι μπορεί να γίνει βιώσιμη, να αντικαταστήσει δηλαδή την επιβίωση, άνευ όρων και άνευ ορίων. μια μεταφυσική αντίληψη, δηλαδή, τόσο παλιά όσο και ο θάνατος. χμ…

ήταν προφανώς μια ασυλλόγιστη τρέλα, μια στιγμή πιθανόν αδυναμίας, να νομίσω ότι οι λιγοστές λέξεις, οι θνήσκουσες λέξεις, μπορούσαν να δώσουν τη θέση τους στο σάρκινο λόγο ή τα σαρκωμένα γράμματα. σε κάθε περίπτωση, οι λέξεις τελειώνουν μαζί με τη ζωή ή το γράμμα παρασέρνει το θαύμα. χμ…

επανεκκίνηση καθυστερημένη, η πράξη άργησε ένα χρόνο, αιωνίως ανεπίκαιρη, ανεπαίσθητα επαναληπτική και αποκλεισμένη. το πρόβλημα δεν είναι η σιωπή, είναι η καταβύθιση στο ίδιο: η αδυναμία επέστρεψε, σαν το κουλουριασμένο φίδι. είμαι όλος μια σκιά: φτιαγμένο από σκοτεινιά, με είπανε. τίτλος τιμής, μετάλλιο ατίμωσης, φτυσιά! χμ…

τώρα που τέλειωσε ο χρόνος, λιγόστεψαν οι λέξεις, μετράω τις ώρες ανάποδα!

Μαΐου 3, 2011

είναι που ενέσκηψε η αβίωτη ζωή
κι όλα τα γράμματα χάσαν τον ήχο τους
και τη σκιά τους
είναι που γκρεμίστηκαν  τα πρωινά
και άναψαν οι νύχτες σαν λαμπάδες
είναι που έκλεισαν όλα τα παντζούρια
(μέσα και έξω)
είναι που διαλύθηκε το όνομά της
σε εκατομμύρια κόκκινα κομμάτια
είναι που συννέφιασε το δωμάτιο
από καπνούς, ομίχλες και σιωπές
είναι ο κόσμος και το στίγμα του
και το ξυράφι της.

είναι μονάχα το τέλος

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.