(αφήγηση)

Δημοσιεύθηκε σε Ημερολόγιο τοίχου, Κάγκελα με ετικέτες , στις Ιουλίου 2, 2009 από anoixiotis

0107

είχε πάρει να βραδιάζει όταν ξεπρόβαλε απ’ την ομίχλη η αρχαία λίμνη…
και τότε βρήκαν όλα νόημα
ως κι ο θάνατος

μα…
αυτήν την ιστορία ακόμα δεν θα την πω…

μονάχα μια λέξη
όσο κι αν γύρναγα την πλάτη στο
νερό
τόσο επέστρεφαν
τα μάτια της
και με κοιτούσαν
πιο ματωμένα
κι απ’ τη λίμνη
στο λιόγερμα

κι αυτό το
βλέμμα
έγδερνε τη σάρκα
μου

παραμύθι

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Κάγκελα με ετικέτες , , , , στις Ιουνίου 13, 2009 από anoixiotis
Coeur du plaisir

Coeur du plaisir

μια φορά κι έναν καιρό…
πυρπολούνταν τα μεσημέρια, απαγχονίζονταν οι λέξεις κι ο χρόνος έτριζε κάτω απ’ τα βήματά της.

μια φορά κι έναν καιρό…
σερνόμουν στις υγρές της μνήμες, τσαλαβουτούσα μες στα σκοτεινά νερά της.

μια φορά κι έναν καιρό…
μου άνοιξε την πόρτα του απύθμενου και του μοιραίου… κι εγώ — ο μωρός, ο μόνος — στεκόμουν στο κατώφλι και την κοίταζα, με μια ανυπόφορη απορία.

μια φορά κι έναν καιρό…
η ιστορία σάστισε μπροστά στο στήθος της, η λίμνη στέρεψε μπροστά στα μάτια της και το κρεβάτι βυθίστηκε μέσα στην πλάτη της.

μια φορά κι έναν καιρό…
με κυνηγούσε ένα πύρινο ποτάμι, τότε που πρόδωσα τα πάντα και στέρεψα από ύπνο.

μια φορά κι έναν καιρό…
περπάτησα πάνω στο μαχαίρι, πάνω στο σύνορο, πάνω στα ύδατα και τους ορίζοντες.

μια φορά κι έναν καιρό…
γλίστρησα πάνω στον αφαλό της, μα ξέχασα για πού ξεκίνησα και ξεχάστηκα στο γυμνό νησί της.

μια φορά κι έναν καιρό…
ήταν όλα αλλιώς και όλα ίδια, ήταν τα μάτια μου ξεκούραστα, τα χέρια μου πιο καθαρά και τα μαλλιά μου δεν είχαν ακόμα ασπρίσει.

μια φορά κι έναν καιρό…
την είχα.

μια φορά κι έναν καιρό…
την έχασα.

Δεν έχω πια καιρό… Ούτε ανάσα… Μόνο σιωπή.

τρίπτυχα

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Κάγκελα στις Απριλίου 22, 2009 από anoixiotis

Ι.
όσο σφίγγει ο κλοιός τόσο φρενιάζουν τα διλήμματα·
όσο αρρωσταίνουν οι μέρες τόσο νυχτώνουν τα πεζοδρόμια·
όσο κρυώνει ο καφές μου τόσο πληγώνεται η σάρκα.

ΙΙ.
ανάμεσα στην προσφυγιά και την επιστροφή, επιλέγω την τρέλα·
ανάμεσα στη συνθηκολόγηση και το μαρτύριο, διαλέγω τη σιωπή·
ανάμεσα στον έρωτα και τον πόνο, προτιμώ το σφίξιμο.

ΙΙΙ.
τι είναι τα ονόματα, αν όχι ψέματα;
τι είναι οι φωτιές, αν όχι λόγχες;
τι είναι οι σημαίες, αν όχι τραύματα;

IV.
να μετράς τις καταθλίψεις σαν να ‘ταν μέρες
να ζυγίζεις τις σιωπές σαν να ‘ταν όνειρα
να φυλάς τα δεκανίκια σαν να ‘ταν ημερολόγια.

χαρακιές

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός με ετικέτες , , στις Απριλίου 12, 2009 από anoixiotis

Ημουν το ξέπλυμμα της αυγής και της νυχτιάς το μήπως.
Γονατιστός και ματωμένος μες στου κελιού τη θαλπωρή,
έπλεκα μαλλιά με άρρωστες σκιές και σκισμένα χαρτιά.
Ολόγυρα οι θάνατοι
κι οι σφαίρες και οι χαρακιές — και το δικό μου στόμα από καιρό
στεγνό, στυφό, αμπαρωμένο …
Και τώρα, να! Να που έρχεται η «ζωή» και με χτυπάει στα μούτρα,
να που έρχεται το «τώρα» και μου χαράζει το σημάδι του
στα χέρια και τα βλέφαρα, να που έρχεται η θάλασσα
κι ο άνεμος της σκοτεινιάς και των ανθρώπων το χνώτο
το βαρύ και πικραμένο.
Πόσους ίσκους ν’ αντέξει τούτη η πλάτη;
Του εγκλεισμού τη φλυαρία δεν την αντέχουν ούτε οι τοίχοι μου. Μα
τι να κάνεις. Κάθε φορά η ίδια ιστορία. Χαράζει η μέρα πριν κοιμηθείς,
χαράζει το δέρμα απ’ τους πόνους, χαράζει το αίμα απ’ το φόβο,
χαρακιές παντού μα όχι μέσα σου. Τόσες φορές αρνήθηκα τις φλόγες
που  έχασα το λογαριασμό.
Κι ήμουν δειλός
και ήμουν μόνος
και κάτι τεράστιοι λεπτοδείχτες μπήγονταν στη σάρκα μου
και τότε ξύπνησα απ’ τη ζωή και βρέθηκα στο όνειρο
μα ήταν εφιάλτης.

κρανία ανοιχτά

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Ημερολόγιο τοίχου με ετικέτες , , στις Μαρτίου 29, 2009 από anoixiotis

Κι αν ξαναρχίζει εδώ η αναμέτρηση με το τώρα και με το τίποτα, τι να’ναι άραγε εκτός από «επιστροφή»; Έληξαν όλα λοιπόν ή τίποτα δεν είχε ποτέ αρχίσει; Κρανία ανοιχτά τα λόγια μου λυσσομανούν και σφύζουν

από χολή και ήττα. Απελπισμένοι καιροί γκρεμίζουν τους λεπτοδείκτες. Κι εγώ μετρώ, ξαναμετρώ όσα χάθηκαν. Θλιμμένα πεζοδρόμια με χαιρετούν κάθε που βγαίνω για τσιγάρα. Τα ίδια πάντα βήματα, μετρημένα, απαράλλαχτα. Απ’ τη σιωπή να επιστρέφω αμέριμνος, να πέφτω πάνω στο παρελθόν, να το ξορκίζω φλυαρώντας. Λέξεις να χύνονται και όχι σπέρματα. Μίλα για να σωθείς απ’ τη μαύρη σκοτεινιά που σε κυκλώνει! Μίλα για να γλιτώσεις απ’ τα κεφάλια που επέστρεψαν κομίζοντας αγκαλιές που κάποτε αρνήθηκες

ή σ’ αρνήθηκαν. Ποιος να θυμάται τώρα… Κι αν απαντούσαν τα πεζοδρόμια, θα έβγαζαν κραυγές για τις φωτιές που μάζεψαν και γέννησαν και ξέρασαν. Για τις φωτιές που καίνε πάντα. Για τις φωτιές που αρνήθηκα κι αρνούμαι, και κλείνω τα παντζούρια και τ’ αυτιά. Πώς μπορείς να επαναλαμβάνεις όλες τις ήττες; Πώς μπορείς να κάνεις το φόβο σου παντιέρα, την ατολμία προσευχή και τη σιγή αιώνα; Ήμουν γυμνός πολύ καιρό

μια πια του λύκου το τομάρι με φυλά. Ο λύκος, ξέρεις, πεθαίνει πάντα μόνος. Κουλουριασμένος σε μια βαθιά της πόλης τρύπα. Στους υπονόμους ίσως. Ή και στην πιο φριχτή πλατεία. Μα πιθανόν σ’ ένα διαμέρισμα, πίσω απ’ τους τοίχους. Το τελευταίο του ουρλιαχτό, πληρωμή για όσα πρόδωσε και όσα αρνήθηκε. Τις ώρες που γέμιζαν οι δρόμοι με καπνούς, τις μέρες που καίγονταν τα πεζοδρόμια, τα βράδια που έβρεχε φωτιά… ο λύκος είχε πάρει τον άλλο  δρόμο, το δικό του.

ενέσκηψε

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός με ετικέτες στις Μαρτίου 21, 2009 από anoixiotis

Ενέσκηψε η θλίψη και ο πυρετός
ο μεγάλος ορυμαγδός και οι φωνασκίες
Ενέσκηψε ο θάνατος και το κάτεργο
και η ματαιότητα και η αδυναμία.
Ενέσκηψαν τα ρούχα της και τα μαλλιά της
πασπαλισμένα φλόγες και σιωπή
Ενέσκηψε ό,τι άφησε αυτός ο χειμώνας
κι οι κρότοι κι οι σημαίες και οι πόνοι
Ενέσκηψε το τέρμα κι η αρχή
το τέλμα και το όνομα

Κι ας χάθηκαν κοντά δυο μήνες κι ας στέρεψαν και πάλι οι λέξεις και τα γράμματα. Απολογίες δεν σκαρώνω πια, μονάχα θλίψεις συμμαζεύω. Ξανάκλεισα, καρδιά μου, το παντζούρι…

ήθελα να σου πω

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Ημερολόγιο τοίχου με ετικέτες , στις Ιανουαρίου 26, 2009 από anoixiotis

ήθελα, που λες, να σου πω ότι με ξύπνησαν οι κρότοι χαράματα, κάθιδρο, τρομαγμένο και [δεν θα το πιστέψεις] γυμνό! χρόνια και χρόνια πέρασα στη λήθη, τη λησμονιά και το λήθαργο. όχι! μην τρομάζεις… δε συνέβη τίποτα. απλώς, συνέβησαν τα πάντα. ήτοι, το απρόσμενο και το απίστευτο. με ξύπνησαν, λοιπόν, οι φωτιές και οι καπνοί και τα μπουμπουνητά.

ήθελα, για δες, να σου πω ότι αλλάξαν χρώματα οι πολυκατοικίες κι ο λόφος απέναντι μοιάζει να σκύβει περισσότερο, κάτω απ’ το βάρος της απέραντης σιωπής και των κλεισμένων παραθύρων. τα βράχια σκούζουν και φωνασκούν, καθημερινά, μες στα χαράματα. σκιές περνούν κάτω απ’ τα μπαλκόνια ψιθυρίζοντας σάρκινα τραγούδια. αντάρτικα, τα λέγαμε κάποτε.

ήθελα, στ’ αλήθεια, να σου πω ότι το κλειστό μου μπαούλο δεν έχει κλειδιά, ότι το κλειστό μου παντζούρι δεν ανοίγει, ότι το κλειστό μου σύννεφο βρέχει μόνο για μένα. κι αυτές οι αναθεματισμένες γαλότσες είναι γεμάτες τρύπες — μπαίνει η βροχή κι η λάσπη, απ’ όλες τις χαραμάδες. κι αυτά τα σκονισμένα βιβλία έχασαν πια τις λέξεις τους και τα περιθώριά τους.

ήθελα μονάχα να σου πω, καλή μου, ότι ο πόνος και η λευτεριά είναι το ίδιο πράγμα… πώς λέμε μοναξιά, πώς λέμε θάνατος, πώς λέμε ναι! και όχι! και πάντα! και ποτέ! πώς λέμε εγκλεισμός… καθείς εφ ω ετάχθη…

μικρό

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Ημερολόγιο τοίχου με ετικέτες , στις Ιανουαρίου 23, 2009 από anoixiotis

πάνω στο δέρμα της πόλης, οι χαρακιές
σαν φεγγάρια που έλιωσαν και χάθηκαν.

κάτω απ’ τις σιδεριές των υπονόμων, τα πτώματα
που σέρνονται μονίμως, σκαλίζοντας τις μνήμες τους.

πίσω απ’ τις κόκκινες πόρτες, σκυλιά
που γαυγίζουν τα βιβλία και τα μυαλά.

μπροστά απ’ το αρρωστημένο σου βλέμμα, σκιές κρανοφόρες,
που πάγωσαν αιώνια και αιώνια θα μας στοιχειώνουν.

των μηρών σου η εικόνα (μπουρλότο)

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Ημερολόγιο τοίχου με ετικέτες , , στις Ιανουαρίου 19, 2009 από anoixiotis

κάτω απ’ το δέρμα μου
γρυλλίζουν τα μελτέμια
κι οι φωνασκίες

πίσω απ’ την πλάτη μου
χαφιέδες με κοιτούν
και με εμπαίζουν

απόψε βρήκα πάλι πέντε ασφαλίτες
να περιμένουν στην είσοδο
καπνίζοντας φτηνά τσιγάρα και ξερνώντας
λάσπη και χοντροκομμένα χωρατά

απόψε με περίμεναν (ή μήπως όχι εμένα;)
περίπολα πάνοπλα,
με αλεξίσφαιρες πανοπλίες
και παγωμένα βλέμματα

απόψε μας περίμεναν (όλους, βεβαίως)
οι ενοχές και οι σιωπές
κρεμασμένες στις νερατζιές
και τα μπαλκόνια

απόψε βούτηξα ξανά
στου αλκοόλ τη θαλπωρή–
και ονειρεύτηκα
μια όαση και μία λευτεριά–
και των μηρών σου
την απαντοχή
και το αλλοπρόσαλο
σύνορο.

καπνοί

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Ελευθερία με ετικέτες , , , στις Ιανουαρίου 15, 2009 από anoixiotis

Με εμμονές και στηρίγματα στον αέρα,
παίρνω μια γεύση απ’ τη φωτιά,
μέσα σε μαύρους κύκλους και βαθουλωμένα μάτια.
Οσμίζομαι το πάθος και βλέπω τα σπίρτα
αναρωτιέμαι για το λάθος και προσπαθώ να βρω μια μήτρα.
Άνοστες ρίμες και λέξεις που δε μιλούν·
τριγύρω μου το όραμα που μένει μετέωρο…

Κι αν έσβησαν οι φλόγες, μένει ακόμα το μπαρούτι
κολλημένο πάνω στα κλειστά παντζούρια,
τα ποτήρια στο καπηλειό, τα δρομάκια του λόφου,
τις τέντες και τα πεζοδρόμια.

Κι εγώ ελπίζω σ’ αυτή την οσμή, αυτή τη γεύση
που λίγο πέρασε ξυστά κι από αυτό το κορμί
κι από αυτή την περιπέτεια.

στοχασμοί απ’ το πλάι

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Ελευθερία με ετικέτες , , στις Ιανουαρίου 11, 2009 από anoixiotis

Δεν είμαι εκεί. Περπατώ καμιά φορά στο πεζοδρόμιο, πολεμώντας να νικήσω το φόβο, την αδυναμία και την κούραση. Περπατώ παραδίπλα ελπίζοντας να αποφύγω τα βλέμματα των ζωντανών. Στις σάρκες, στα πνευμόνια μου, παλιά και νέα σημάδια αγωνιούν και θλίβονται. Με περίσκεψη ανάπηρη και με λόγια κουτσουρεμένα, εκτοπισμένος μια ζωή, αναζητώ μια τρύπα πλάι τους κι ίσως μια ελπίδα. Τη δίνουν εκείνοι απλόχερα, εγώ δυσκολεύομαι να την βάλω στην τσέπη μου. Κάθε φορά, η ίδια ιστορία.

Ο εγκλεισμός και η ελευθερία πέφτουν μαζί στα χέρια μου. Εικόνες ξεθωριασμένες και παλιές φωτογραφίες που πάνε χαμένες. Στο ντουλάπι μου, δεν έχει ούτε νερό ούτε ψωμί. Κρύο καφέ και άνοστο τσάι μας έχει μείνει. Η φωτιά κλώτσησε στον καιρό στ’ αρχίδια κι εμείς τριγύρω βλέπουμε, από μακριά, από παλιά, τον κόσμο να τρέχει, να παίζει, να ερωτεύεται… την ημερομηνία, την χρονολογία, την εξέγερση, τη φλόγα, την ελπίδα. Εμείς οι ανεπίκαιροι. Οι ανέστιοι.

Κι αν πορεύομαι στο πλάι, μη με φοβάσαι. Στην τσάντα μου κουβαλάω λέξεις. Στα χέρια μου κρατώ το κεφάλι μου. Κι αν πρέπει να με κάψεις, ούτε στιγμή μη διστάσεις. Το μετερίζι το δικό μου είναι από καιρό κλειστό.

Μη

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Ελευθερία με ετικέτες , , στις Ιανουαρίου 4, 2009 από anoixiotis

πλύνε με απ’ όλη τη σάρκα μου
με φωτιά

καθάρισέ με απ’ όλη την ενοχή μου
με γενναιότητα

ρίξε όλες τις μάσκες μου
με σθένος

ποδοπάτησε όλα τα λόγια μου
με μίσος

χτίσε με μέσα στους τοίχους
με πέτρες

μη με αφήσεις να ξεχάσω
μείνε εδώ
να μου θυμίζεις
το Δεκέμβρη σας.

ανασκόπηση

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Ημερολόγιο τοίχου με ετικέτες , στις Ιανουαρίου 3, 2009 από anoixiotis

Κι αν άρχισε το νέον έτος, ποιος άραγε νοιάζεται; Έξω απ’ το παράθυρό μου πέφτουν ακόμα δακρυγόνα. Οι τελευταίοι ήρθαν πρώτοι — κι όντως αρνούνται να υποκύψουν. Η συνθηκολόγηση δεν τους ταιριάζει διόλου. Τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών ασφυκτιούν ακόμα· ακόμα σέρνεται η οχιά που μας παραμονεύει. Ακόμα κλείνομαι μες στα δωμάτια και στους παγωμένους τοίχους. Φτυαρίζω χιόνι απ’ τους γύρω δρόμους, σφουγγαρίζω τα δάκρυα που ξέμειναν από το πονεμένο βράδυ. Ας έχουμε μπουκάλια έστω — άλλοι μ’ αλκοόλ και άλλοι με βενζίνη. Έκαστος στο είδος του…

Κανονικοί δεν υπήρξαμε — ακόμα. Σ’ έναν προθάλαμο, γυρνάω γύρω από έναν αρχαίο καναπέ. Νεκρές φύσεις κάθονται στα μαξιλάρια του, ακουμπώντας φτερά και μάσκες στο τραπεζάκι. Τι κατώφλι είναι τούτο άραγε; Μαζεύω λέξεις, όπως άλλοι πέτρες. Ανασκαλεύω μνήμες, όπως άλλοι σκουπίδια. Τα νύχια μου γεμίζουν λάσπη. Μηνύματα ζωών και ζώων.

Ελεγεία κρύβουν τα σκεπάσματά μου. Τα κλειστά μου παράθυρα. Οι κλειδωμένες μου πόρτες. Τα ουρλιαχτά δεν παύουν να μπαίνουν απ’ τις χαραμάδες, να μου θυμίζουν όσα δεν έκανα κι όσα δεν είπα. Να μην ξεχνώ.

πρωτοχρονιάτικο

Δημοσιεύθηκε σε Εγκλεισμός, Ημερολόγιο τοίχου, Προαύλιο με ετικέτες , , , , στις Ιανουαρίου 1, 2009 από anoixiotis

μας κερνά ο χειμώνας θλίψη και φωτιά,
ελπίδες ροκανίζοντας και φράχτες,
μας φέρνει δώρα άδωρα το χιόνι
και μας γεμίζει τα μαλλιά με στάχτες

σταλαγμίτες έφτιαχνε το αίμα
και ο Δεκέμβρης γονάτιζε απ’ το βάρος,
ολάκερη εποχή κι ολόκληρη πόλη
γυμνώθηκαν για να περάσει ο χάρος

στα πεζοδρόμια μετρώ τ’ αρχαία βήματα
πάνω σε πλάκες μουλιασμένες μ’ έρωτα,
με κόκκινη μπογιά και μαύρο τρόμο
και συνθήματα αιώνια ανένδοτα

γυρνώ στους δρόμους και συλλέγω
σημαίες που ξεχάστηκαν, σκισμένα
πλακάτ και πέτρες άστοχες και μόνες,
γυρνώ στους δρόμους και μαζεύω
σπόρους καπνού και μυστικά κρυμμένα,
να ‘χω προμήθειες για νέες εποχές και νέους χειμώνες.

ποιητές και σιωπή (αυτός ο Δεκέμβρης είναι μουγγός)

Δημοσιεύθηκε σε Ημερολόγιο τοίχου, Προαύλιο με ετικέτες , στις Δεκεμβρίου 24, 2008 από anoixiotis

αυτές οι μέρες
–αυτόν τον Δεκέμβρη–
δεν έχουν λόγια
δεν έχουν ήχους
μονάχα άναρθρες κραυγές
και κρότους
μονάχα ουρλιαχτά
και βόμβες
μονάχα βογγητά
και σπασμένες βιτρίνες.

Λιντσάρισμα στις λέξεις! Ιδού το χρέος
των ποιητών…
Στραγγαλισμά των ήχων! Ιδού το καθήκον
των μουσικών…