Η επανάληψη, η καθήλωση, η αναβολή και η αναστολή: των λέξεων, των στιγμών, των ωρών και των ημερών. Τα ίδια λόγια ανακυκλώνω, όπως τις πράξεις που αποφάσισα όλα τα βράδια και ποτέ δεν τόλμησα. Όπως τις αποφάσεις που πήρα και ποτέ δεν ξόρκισα. Όχι, δεν είναι πια καιρός ούτε για γράμματα ούτε για «στίχους». Ο καιρός της αθωότητας εξανεμίστηκε εδώ και χρόνια. Ο καιρός του εγκλεισμού βαστά ακόμα. Θηλιές ξεπροβάλλουν πίσω απ’ τις κουρτίνες. Αυτές τις ξοφλημένες κουρτίνες. Κρεμάλες κρύβονται κάτω απ’ το κρεβάτι μου. Σαν χαφιέδες.
Το ξέρω πως τέλειωσαν οι λέξεις, το ξέρω πως σώθηκαν οι ιστορίες. Κάθε κομμάτι μου ένας πόνος απόψε. Κάθε σκέψη μια κραυγή. Ουρλιάζοντας πάντα θα μετρώ τις λευκές νύχτες μου. Και θέλω να ‘ναι μόνο βράδυ: όμως είμαι υποχρεωμένος να χάνομαι σε σκοτεινές ημέρες. Και θέλω μόνο να νυχτώνει: όμως είναι συνέχεια μεσημέρι κατάφωτο και μαύρο, σαν αίμα και σαν θάνατος. Η εποχή του θάρρους σπέρνει καρφιά κι αγκάθια κάτω απ’ τις φτέρνες μου. Μου ζωγραφίζει εγκαύματα στους τοίχους. Μου τραγουδάει ουρλιαχτά.
Δεν είναι καιρός για στίχους ούτε για «γράμματα». Όσα σου έγραψα, κάηκαν απ’ τις σιωπές μου. Τώρα βγάζω στο μπαλκόνι τα στυλό μου και περιμένω τη βροχή. Εξορίζω τις λέξεις και αγαπώ την τρύπα μου: με καλούν οι καιροί και οι καταιγίδες. Όταν σπάσει κι ο τελευταίος καθρέφτης, τότε ίσως αγαπήσω το πρόσωπό μου. Τα μάτια μου ασπρίσαν σαν τα μαλλιά μου και ο ιδρώτας στις παλάμες μου μοιάζει με τις χαρακιές απ’ το τσιγάρο στο τασάκι μου. Δεν μαζεύω τις στάχτες απ’ το τραπέζι μου, δεν έχω χαρτιά πια ούτε γραπτά: έχω μονάχα καπνό κι ομίχλη.
Πάλι κάνω σχέδια επί χάρτου, χτίζοντας χωμάτινα κάστρα πάνω σ’ αμμόλοφους. Ο πνιγμένος πιάνεται απ’ τα μαλλιά του: ο έγκλειστος, απ’ την αρρώστια του; Εδώ, σ’ αυτό το μικρό κελί, παίζω ιστορίες αποτυχίας και απαγγέλλω ραψωδίες μεγαλείου: μνημεία εγκλεισμού. Η ανακύκλωση είναι καθήλωση: ζω στις ρωγμές, ελπίζοντας το σκοτάδι, τη νύχτα, τα βράδια μου. Διακοπές κάνω απ’ τη ζωή, δηλαδή απ’ τον κόπο, τον μόχθο και τον πόνο. Όχι! Δεν στηρίζονται όλα σε μια απόφαση. Όλα στηρίζονται σ’ έναν θάνατο: δεν βγαίνεις απ’ την τρύπα ζωντανός.
Το όριο ξεπεράστηκε, αλλά τώρα το βλέπεις, το ξέρεις, το αγγίζεις. Αγκάλιασέ το και πάρτο μαζί σου στον γκρεμό. Δεν μένει τίποτα άλλο, παρά το ρίσκο: δεν μένει τίποτα άλλο από το παιχνίδι. Το παιχνίδι με τη φρίκη, το παιχνίδι με την απελπισία.







