κούραση

6172433-md.jpg

αποσταμένος
γύρισα καβάλα πάνω σ’ ένα μαύρο σύννεφο
κατάκοπος απ’ όλα τα λόγια, όλα τα σάλια

ευτυχώς είχα προνοήσει
και βρήκα το παντζούρι μου κλειστό
τις πόρτες κλειδωμένες
της αγαπημένης μου σκιάς τ’ αγκάλιασμα
απλήρωτο θα μείνει

η πόλη απόψε μύριζε κατάκαρδα άνοιξη
κι εγώ κατάσαρκα φορούσα μια πληγή

κι ύστερα άρχισα να παραμιλώ
«πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να γδυθώ τις σάρκες μου»
«πόσο θα ‘θελα να πυρπολήσω το μυαλό μου»

αν δεν ήταν κατεβασμένο το παντζούρι
τώρα θ’ ακροβατούσα στο περβάζι

απόψε είναι να λιώνεις πριν την ώρα σου

παραληρήματα, λοιπόν, ταπεινωμένες προσευχές
ελπίδες όχι
ούτε όνειρα
μόνο να σ’ άγγιζα απόψε κι ας μας έπαιρνε ο διάολος

να ‘ρχοσουν μια στιγμή
και να μου πρόσφερες
για μαξιλάρι
το αιδοίο σου
αυτήν την άσαρκη σάρκα
το άχρωμο χρώμα
μόνο να έγερνα για λίγο εκεί
με το ‘να σου χέρι για σκιά
και τ’ άλλο για φωτιά
αυτήν την άσαρκη σάρκα
ένα μουνί θηλειά
γύρω απ’ το λαιμό μου
της γέννας, του θανάτου, της σιωπής
αυτήν την άσαρκη σάρκα
απόψε
αμόλυντη αγνότητα ιερών ελπίδων.

Υποβολή απάντησης