απορώ — κι ύστερα θυμάμαι
Εμένα ο λαιμός μου είναι κομμένος. Εσύ το ξέρεις καλά. Ράβω το στόμα μου τελευταία πριν ανοίξω την πόρτα [για να βγω ή για να μπει, δεν έχει σημασία], αλλά οι λέξεις βγαίνουν απ’ τ’ αφτιά μου. Κανονικές λέξεις με μπερδεμένα γράμματα. Αυτό που έρχεται προσπαθώ να αποφύγω, αυτό που είναι πάντα εδώ. Είμαι μια μοίρα κι εγώ – οποία φιλαυτία! «Πώς να μη γίνεις αυτό που είσαι»: σημαία που κυμάτιζα την ύστατη ώρα, πατώντας με γυμνά πόδια πάνω στις πυρκαγιές. Σημαία που ξεθώριασε και μάτωσε. Και τώρα την κοιτώ με απορία, με θλίψη. Αυτό που είμαι γίνομαι. Αυτό που είμαι είμαι.