μετά τη φωλιά της
Ορίστε τώρα.
Λαμβάνουμε μηνύματα καπνού κι απάτης,
εξαπάτησης κι αγάπης.
Εμείς οι ανέστιοι, εμείς οι έγκλειστοι!
Αδημονούσαμε ολημερίς
(με κάτι κρίνα θολωμένα από δίπλα
να τσαλαπατούν τις σκέψεις μας)
για ένα καταφύγιο, μια θλίψη νέα ίσως.
Από νωρίς μας μάτωνε ο ήλιος
και μια δυσοίωνη ραθυμία.
Ορίστε τώρα.
Φυματικοί κι ανάπηροι εκκλιπαρούμε νύχτες σιωπής,
νύχτες γεμάτες βαρέλια αλκοόλ
και ποταμούς ονείρων.
Κι εκείνη
– η εφευρέτρια της σιωπής –
μας εγκαλεί για έλλειψη
για αποχή και σκότος.
Εμάς τους ανέστιους!
Εμάς τους έγκλειστους!
Εμάς τους παλιάτσους!