20.04.08
Αναρωτιέμαι πάλι, σαν μαθητούδι, τι ‘ναι τούτο γύρω, τι ‘ναι αυτό απ’ έξω… Ο αρρωστημένος ήλιος, τα γελαστά φαφούτικα στόματα, οι φωνές, τα τραγούδια. Αναρωτιέμαι κι απάντηση δεν παίρνω, πώς γίνεται και σαν να ξεχάστηκαν όλα, σαν όλα να τα λησμονούν, ακόμα και το μυαλό τους. Το παρελθόν μου κρέμεται από λεξεις: όσο λιγοστεύουν αυτές, λιγοστεύει κι αυτό. Όσο λιγοστεύουν αυτές, παίρνει ο διάολος τη ζωή. Ή μήπως είναι ανάποδα;
Των ανθρώπων το τίποτα με ματώνει. Πήρα τους δρόμους χθες το βράδυ (χωρίς ελπίδα φυσικά). Το καταφύγιο πληγωνάνε κι εγώ, σαν τρελός, έτρεχα μπας και ξεφύγω. Εδώ κι εκεί, στα μέρη που μοιαζαν οικεία, μια εκπλήξη περίμενε τα κουρασμένα μου μάτια. Τα βλέμματά τους με τρομάζανε. Πού βρίσκουν τόση προσποίηση; Πού αγοράζουν όλη την ανεμελειά και τη διασκέδαση; Να πάω κι εγώ, να πάρω κάνα κιλό, να ‘χω για τις μέρες που έρχονται.
Προσπάθησα, αλήθεια, προσπάθησα να παίξω το παιχνίδι. Μ’ αυτή η θηλειά ν’ αγιάσω δε μ’ αφήνει. Το στόμα μου ξεσκίζαν τα τσιγάρα, τα χέρια μου τρέμαν κι ούτε αλκοόλ να με μεθύσει ούτε αγκαλιά να με κρατήσει. Αστεία πράγματα! Ποιος έχασε τη δεκάρα του, για να τη βρω εγώ; Την τελευταία ώρα, δυο μάτια με κοιτούσαν — με προσομονή ή με απορία άραγε; — κι εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να το βάλω στα πόδια ή να πνίξω κάποιον με τα χέρια μου. Αστεία πράγματα! Όταν κλείνουν και τα καταφύγια, θες να σε πάρει ο διάολος!
Κι εκείνη;
Εκείνη χτύπησε το παράθυρο και πάλι χάθηκε… Οι τροχιές μας συνεχίζουν να παίζουν το παιχνίδι της τρέλας και του στροβίλου. Θα χορεύουμε μονίμως πάνω σε στάχτες και γαρύφαλλα, προφανώς…