ξημερώματα 30.04.08
Της εξορίας μου τα βήματα
μ’ οδήγησαν σε καταγώγιο οικείο
σαν μαξιλάρι.
Μές στην αιθαλομίχλη
ονειρευόμουν πάλι επαναστάσεις και βουνά
και όπλα και γυναίκες.
Μονοπάτια που παίρνω
κάθε τόσο
μπας και ξεφύγω τις κρεμάλες…
Συναπαντήματα ίδια
αραχνιασμένα βήματα
το κουράγιο μου σώνεται σιγά σιγά
όμως; η φρίκη δεν αργεί,
δεν υποτάσσεται.
Θα ΄γραφα τώρα ένα ελεγείο
και μια μπαλάντα
για τα χέρια σου
ή ίσως για το χαμόγελό σου…
μα είν’ τα χέρια μου δειλά
και τα μαλλιά μου άσπρα
τριανταρήσαμε
αγάπη μου
και δεν αρκεί
να επαναλαμβάνουμε
τη ζωή μας.