«να μπουσουλάμε απ’ το ποτό
ξυράφι
ακροβασίας βήμα
αβέβαιο.
ξυράφια
λαιμητόμων σαγήνη
γλίστρημα.
ξεθάβω πάλι τις κρεμάλες
κλείνω τις πόρτες
η αδυναμία
ας με βρει
πάλι
γυμνό
και μόνο.
αποκαΐδια
ξέφτια σάρκας
κυκλώνας
άφαντης αγκαλιάς.
κρεβάτια
καρφιά κι αγκάθια
πληγές
χρόνου χώματα
χρόνου χρώματα
μαύρο.
Πώς
ξεγλιστράει
πάλι
έτσι
η
ζωή;
Πώς
με
τρομάζει
πάλι
ο
ήλιος;
Στο σεντόνι
που άφησε
περιπλανιέμαι
ουρλιάζοντας.
