ζεν (μέρος δ’)
αταξία
ή αλλιώς:
ανεμοστρόβιλος κάτω απ’ το δέρμα. πλανιόταν γύρω μας η
τεφρή ματιά σου· και ξέχειλα τα γέλια σου αρνούνταν να υποκύψουν.
ανατριχίλα. σπινθήρες έσπερνες μες στα κεφάλια μας.
ξαστεριά υποσχόταν το βλέμμα σου. κι όταν σε γνώρισαν τα μάτια μας,
ίπποι και μύθοι και σπαθιά και τέρατα… ξεχύθηκαν από το στήθος σου.
αχ! τι εποχές! τι νιότη! τι… «ζωή»!
ή ίσως:
ακρότητα: αυτό μονάχα έγραφαν οι τοίχοι. οι θλιμμένοι τοίχοι.
τιτίβιζες και έλαμπες καταμεσής της αίθουσας.
ανοιγες τα φτερά σου, χαστούκιζες τα σοβαρά τους πρόσωπα.
ξέσκιζες με τα μάτια σου κάθε σιωπή και κάθε ψέμα.
ίσκιους έφτιαχνες με τις ηλεκτρισμένες μπούκλες σου.
αρνήσεις ύφαινες, όταν όλοι λέγαν «ναι»!
και τελικά:
κάθε φορά που σταύρωνες τα πόδια σου,
κάθε φορά που κλωθογύριζες την μπούκλα σου,
[ναι! αυτήν την μπούκλα, την ίδια, τη μόνη, τη γνωστή]
κάθε φορά που κοκκίνιζαν τα χείλη σου,
κάθε φορά που έλεγες τη μεγαλύτερη προστυχιά,
τη μεγαλύτερη βλακεία,
τη μεγαλύτερη σοφία,
τη μεγαλύτερη αλήθεια,
τη μεγαλύτερη αγάπη,
τη μεγαλύτερη κραυγή…
έκλεινες το μάτι σου στο θάνατο
κι έπαιρνες μέσα σου όλη τη θλίψη
δώρο και προσφορά
στους θλιμμένους και τους άπορους
τους σιωπηλούς και τους απελπισμένους.
η παρεκτροπή σου
νόμος
και άνεμος
και πρωινό.