ζεν (μέρος ε’)
τριανταρίζουν γύρω μας κι άλλοι· οι τελευταίοι· όσοι είχαν ξεμείνει· απ’ τους «δικούς» μας. για τα τριάντα μας, λοιπόν.
Δεν είναι ο χρόνος που περνάει, δεν είναι οι στιγμές που χάνονται, δεν είναι τα όνειρα που διαψεύδονται ούτε οι εφιάλτες που επαληθεύονται. Όχι, δεν είναι όλες αυτές οι κοινοτοπίες. Είναι μια μνήμη πασπαλισμένη με δάκρυα, είναι μια ανακεφαλαίωση των πρώτων κεφαλαίων, είναι το αποσμητικό απ’ τη μασχάλη σου και το γέλιο σου· έτσι σκέτα, το αθάνατο γέλιο σου.
Κατηφορίζεις, κλωτσώντας πέτρες σαν μουτρωμένο παιδάκι, κλωτσώντας το χρόνο ανάστροφα. Το δέρμα σου πιάνει την αλλαγή στον αέρα: από ‘δω και πέρα, θα ακούς μονάχα για κουρτίνες και καναπέδες, μεγάλες σοφίες. Από ‘δω και πέρα θα ξυπνάς πρωί, θα κοιμάσαι βράδυ ή έτσι θα τους λες για να σε… κάνουν παρέα. Από ‘δω και πέρα, θα κλείνεις τα μάτια μόνο για λίγο, θα ονειρεύεσαι όλο και λιγότερο, δε θα αγαπάς καθόλου. Από ‘δω και πέρα, θα ζεις μες στις ρωγμές, δε θα ‘ναι οι ρωγμές ζωή ούτε ο θάνατος έρωτας — ή ήταν ο έρωτας θάνατος; Πάντα θα τα μπερδεύω αυτό…
Ρωγμή από ρωγμή διαφέρει, ασφαλώς. Ας μην βαυκαλιζόμεθα. Ρωγμή στον τοίχο απ’ το σεισμό, ρωγμή ανάμεσα στα πόδια σου, ρωγμή η σιωπή όταν όλοι χαχανίζουν απολαμβάνοντας τις φούσκες τους, ρωγμή το μειδίαμα όταν όλοι σε κοιτούνε σοβαροί, ρωγμή το γέλιο σου, ρωγμή και το κλάμα σου. Ρωγμή πάνω στο τετράδιο, σκίσιμο απ’ τη γόμα, μουντζούρα. Ρωγμή κι ο ήλιος σου, ρωγμή και το σύννεφο που σε πλακώνει.
Το ζεν, ωστόσο, ανοίγει τα πόδια του και καβαλάει τις ρωγμές. Ξέρει από παλιά να τραμπαλίζεται πάνω από κενά απύθμενα, να καβαλικεύει τον τρόμο. Πάνω από μια τέτοια ρωγμή στεκόταν κάποτε σαν αρχαία κόρη και μου ‘κανε νόημα ν’ ακολουθήσω. Τρομερό κι απρόσμενο, κοιτούσε με πύρινα μάτια τον κόσμο. Έτρεμαν τα χείλη. Ριγούσαν τα οστά. Κι εγώ βυθιζόμουν σ’ αλκοόλ και στάχτες και … βάλτε να πιούμε. Συννεφιασμένα καλοκαίρια, θυμάμαι. Νεροποντές καυτές σαν σάρκα καυλωμένη. Και μουσικές σε σακαράκες μέσα. Τι καταφύγιο και ‘κείνο! Η αρχαία κόρη κουνούσε το δάχτυλό της. Εξακοντίζονταν ριπές και πίδακες πλησμονής. Έκανε τα δέντρα να περπατάνε, έκανε τα δάση να γονατίζουν. «Βάλτε να πιούμε» και δώστε μου τη λησμονιά με το κουτάλι.
Υ.Γ. Η τροχιά του ζεν περνά ενίοτε ξυστά. Από κάποιο παράδρομο, από κάποιο στενάκι. Τα χνάρια του μένουν στα πεζοδρόμια για μέρες. Τα γέλια του πληγώνουν τις μέρες. Κι οι παλιάτσοι κρύβονται, να μη τους κλέψει τα ανέκδοτα.
