ανασκόπηση

Κι αν άρχισε το νέον έτος, ποιος άραγε νοιάζεται; Έξω απ’ το παράθυρό μου πέφτουν ακόμα δακρυγόνα. Οι τελευταίοι ήρθαν πρώτοι — κι όντως αρνούνται να υποκύψουν. Η συνθηκολόγηση δεν τους ταιριάζει διόλου. Τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών ασφυκτιούν ακόμα· ακόμα σέρνεται η οχιά που μας παραμονεύει. Ακόμα κλείνομαι μες στα δωμάτια και στους παγωμένους τοίχους. Φτυαρίζω χιόνι απ’ τους γύρω δρόμους, σφουγγαρίζω τα δάκρυα που ξέμειναν από το πονεμένο βράδυ. Ας έχουμε μπουκάλια έστω — άλλοι μ’ αλκοόλ και άλλοι με βενζίνη. Έκαστος στο είδος του…

Κανονικοί δεν υπήρξαμε — ακόμα. Σ’ έναν προθάλαμο, γυρνάω γύρω από έναν αρχαίο καναπέ. Νεκρές φύσεις κάθονται στα μαξιλάρια του, ακουμπώντας φτερά και μάσκες στο τραπεζάκι. Τι κατώφλι είναι τούτο άραγε; Μαζεύω λέξεις, όπως άλλοι πέτρες. Ανασκαλεύω μνήμες, όπως άλλοι σκουπίδια. Τα νύχια μου γεμίζουν λάσπη. Μηνύματα ζωών και ζώων.

Ελεγεία κρύβουν τα σκεπάσματά μου. Τα κλειστά μου παράθυρα. Οι κλειδωμένες μου πόρτες. Τα ουρλιαχτά δεν παύουν να μπαίνουν απ’ τις χαραμάδες, να μου θυμίζουν όσα δεν έκανα κι όσα δεν είπα. Να μην ξεχνώ.

Υποβολή απάντησης