στοχασμοί απ’ το πλάι
Δεν είμαι εκεί. Περπατώ καμιά φορά στο πεζοδρόμιο, πολεμώντας να νικήσω το φόβο, την αδυναμία και την κούραση. Περπατώ παραδίπλα ελπίζοντας να αποφύγω τα βλέμματα των ζωντανών. Στις σάρκες, στα πνευμόνια μου, παλιά και νέα σημάδια αγωνιούν και θλίβονται. Με περίσκεψη ανάπηρη και με λόγια κουτσουρεμένα, εκτοπισμένος μια ζωή, αναζητώ μια τρύπα πλάι τους κι ίσως μια ελπίδα. Τη δίνουν εκείνοι απλόχερα, εγώ δυσκολεύομαι να την βάλω στην τσέπη μου. Κάθε φορά, η ίδια ιστορία.
Ο εγκλεισμός και η ελευθερία πέφτουν μαζί στα χέρια μου. Εικόνες ξεθωριασμένες και παλιές φωτογραφίες που πάνε χαμένες. Στο ντουλάπι μου, δεν έχει ούτε νερό ούτε ψωμί. Κρύο καφέ και άνοστο τσάι μας έχει μείνει. Η φωτιά κλώτσησε στον καιρό στ’ αρχίδια κι εμείς τριγύρω βλέπουμε, από μακριά, από παλιά, τον κόσμο να τρέχει, να παίζει, να ερωτεύεται… την ημερομηνία, την χρονολογία, την εξέγερση, τη φλόγα, την ελπίδα. Εμείς οι ανεπίκαιροι. Οι ανέστιοι.
Κι αν πορεύομαι στο πλάι, μη με φοβάσαι. Στην τσάντα μου κουβαλάω λέξεις. Στα χέρια μου κρατώ το κεφάλι μου. Κι αν πρέπει να με κάψεις, ούτε στιγμή μη διστάσεις. Το μετερίζι το δικό μου είναι από καιρό κλειστό.