ήθελα να σου πω

ήθελα, που λες, να σου πω ότι με ξύπνησαν οι κρότοι χαράματα, κάθιδρο, τρομαγμένο και [δεν θα το πιστέψεις] γυμνό! χρόνια και χρόνια πέρασα στη λήθη, τη λησμονιά και το λήθαργο. όχι! μην τρομάζεις… δε συνέβη τίποτα. απλώς, συνέβησαν τα πάντα. ήτοι, το απρόσμενο και το απίστευτο. με ξύπνησαν, λοιπόν, οι φωτιές και οι καπνοί και τα μπουμπουνητά.

ήθελα, για δες, να σου πω ότι αλλάξαν χρώματα οι πολυκατοικίες κι ο λόφος απέναντι μοιάζει να σκύβει περισσότερο, κάτω απ’ το βάρος της απέραντης σιωπής και των κλεισμένων παραθύρων. τα βράχια σκούζουν και φωνασκούν, καθημερινά, μες στα χαράματα. σκιές περνούν κάτω απ’ τα μπαλκόνια ψιθυρίζοντας σάρκινα τραγούδια. αντάρτικα, τα λέγαμε κάποτε.

ήθελα, στ’ αλήθεια, να σου πω ότι το κλειστό μου μπαούλο δεν έχει κλειδιά, ότι το κλειστό μου παντζούρι δεν ανοίγει, ότι το κλειστό μου σύννεφο βρέχει μόνο για μένα. κι αυτές οι αναθεματισμένες γαλότσες είναι γεμάτες τρύπες — μπαίνει η βροχή κι η λάσπη, απ’ όλες τις χαραμάδες. κι αυτά τα σκονισμένα βιβλία έχασαν πια τις λέξεις τους και τα περιθώριά τους.

ήθελα μονάχα να σου πω, καλή μου, ότι ο πόνος και η λευτεριά είναι το ίδιο πράγμα… πώς λέμε μοναξιά, πώς λέμε θάνατος, πώς λέμε ναι! και όχι! και πάντα! και ποτέ! πώς λέμε εγκλεισμός… καθείς εφ ω ετάχθη…

Υποβολή απάντησης