χαρακιές
Ημουν το ξέπλυμμα της αυγής και της νυχτιάς το μήπως.
Γονατιστός και ματωμένος μες στου κελιού τη θαλπωρή,
έπλεκα μαλλιά με άρρωστες σκιές και σκισμένα χαρτιά.
Ολόγυρα οι θάνατοι
κι οι σφαίρες και οι χαρακιές — και το δικό μου στόμα από καιρό
στεγνό, στυφό, αμπαρωμένο …
Και τώρα, να! Να που έρχεται η «ζωή» και με χτυπάει στα μούτρα,
να που έρχεται το «τώρα» και μου χαράζει το σημάδι του
στα χέρια και τα βλέφαρα, να που έρχεται η θάλασσα
κι ο άνεμος της σκοτεινιάς και των ανθρώπων το χνώτο
το βαρύ και πικραμένο.
Πόσους ίσκους ν’ αντέξει τούτη η πλάτη;
Του εγκλεισμού τη φλυαρία δεν την αντέχουν ούτε οι τοίχοι μου. Μα
τι να κάνεις. Κάθε φορά η ίδια ιστορία. Χαράζει η μέρα πριν κοιμηθείς,
χαράζει το δέρμα απ’ τους πόνους, χαράζει το αίμα απ’ το φόβο,
χαρακιές παντού μα όχι μέσα σου. Τόσες φορές αρνήθηκα τις φλόγες
που έχασα το λογαριασμό.
Κι ήμουν δειλός
και ήμουν μόνος
και κάτι τεράστιοι λεπτοδείχτες μπήγονταν στη σάρκα μου
και τότε ξύπνησα απ’ τη ζωή και βρέθηκα στο όνειρο
μα ήταν εφιάλτης.