(αφήγηση)

είχε πάρει να βραδιάζει όταν ξεπρόβαλε απ’ την ομίχλη η αρχαία λίμνη…
και τότε βρήκαν όλα νόημα
ως κι ο θάνατος
μα…
αυτήν την ιστορία ακόμα δεν θα την πω…
μονάχα μια λέξη
όσο κι αν γύρναγα την πλάτη στο
νερό
τόσο επέστρεφαν
τα μάτια της
και με κοιτούσαν
πιο ματωμένα
κι απ’ τη λίμνη
στο λιόγερμα
κι αυτό το
βλέμμα
έγδερνε τη σάρκα
μου