της φιλίας
Αυγούστου 2, 2011
Στα υπόγειά μας· στα στενά μας διαμερίσματα· στις άδειες σπηλιές μας· ο καθένας στο κελί του και όλοι μαζί στο βάλτο, να ψάχνουμε ξέφωτα, να βρίσκουμε μόνο καμμένα δάχτυλα (απ’ τα τσιγάρα) και πυρακτωμένα στόματα (απ’ το αλκοόλ)… Ο καθένας στο κελί του, παρέα με το φίδι του: κοίτα να δεις κάτι κατοικίδια που βρίσκουμε στα… γεράματα. Στο χώρο που δεν έχει χρόνο να πλέκουμε τις ίδιες λέξεις στο δέρμα μας, επαναλαμβάνοντας μηχανικά τις ίδιες ιστορίες, τις ίδιες ιδέες, τα ίδια μονοπάτια. Ο εγκλεισμός είναι, φυσικά, μέσα μας: μαζί τους απλώς διπλασιάζεται, τριπλασιάζεται. Θεωρίες, ιστορίες, τραγωδίες, κωμωδίες· μια παρωδία ζωής σαν άλλο μονόπρακτο της θλίψης.
Παραβιάστηκαν, λέω, οι κανόνες και ξεπεράστηκαν τα όρια. Με την προδοσία μαθαίνεις να ζεις νωρίς, αν είσαι τυχερός. Γνωρίζεις τότε τους «ανθρώπους» απ’ την καλή και την ανάποδη. Χωρίς αυταπάτες, μπορείς να φτιάξεις το πεδίο της μάχης (σου). Κι ας μην αλλάζουν οι άνθρωποι. Βαριές λέξεις, φτιαγμένες από αφρό: φλόγες κυκλώνουν το μυαλό, ερμητικά γράμματα χωρίς διέξοδο. Τριγυρνώ μέσα στο κεφάλι μου και ψάχνω τη λέξη που θα με λυτρώσει. Μάταιος κόπος. Η παλινωδία είναι το άλλο όνομα της παρωδίας: ζω μόνος, όχι μοναχικά, διάγω εξόριστος, όχι εξορισμένος. Στης φαντασίας τα ποτάμια κολύμπησα πολλές φορές, μέχρι που στέρεψαν. Τώρα κάθομαι στης όχθης το ξεραμένο χώμα κι αναρωτιέμαι: πού πήγαν, ρε γαμώτο, οι μέρες της φωτιάς; Πού χάθηκε το θάρρος, μες στο θέρος;
Ανώφελες ερωτήσεις, καημένε. Όλος ο κόσμος έχει γίνει μια μικροσκοπική παγωμένη πέτρα. Στα βράχια ζουν φαντάσματα, ως γνωστόν. Κι η θάλασσα, που μόνο αυτή ξέρει από σκοτεινιά, τα χαϊδεύει μήπως και τους πάρει λίγο τον πόνο. Θυσία, φόρος στην ερημιά, το χέρι της απόγνωσης είναι τόσο ζεστό. Το κεφάλι μου έχει πάρει φωτιά. Τα δάκρυά μου είναι πυρακτωμένα. Δεν χωράω πουθενά, δεν με χωράει ο τόπος. Πνίγεται η ανάσα, το σάλιο κολλάει στο λαιμό, κάθε μου λέξη είναι φτιαγμένη από σιωπή. Όλα ειπώθηκαν, αλλά τίποτα δεν ακούστηκε. Μια ζωή τα ίδια: άγραφα γράμματα, γραμμένα ημερολόγια, ξεσκισμένες διαδρομές και λεωφόροι που αγκομαχούν κάτω απ’ τα βήματά μου. Ούτε ένα σπίρτο δεν μου ‘χει μείνει πια. Αρνούμαι το φως, αρνούμαι τη μέρα. Υποκύπτω, δηλαδή, και παραδέχομαι την ήττα. Όχι συνθηκολόγηση ούτε οπισθοχώρηση. Απλή, καθαρή, περίλαμπρη ήττα. Μόνοι μας θα βαδίσουμε ως το τέλος του δρόμου. Ας είναι.