της ημικρανίας
Αυγούστου 3, 2011
Είναι μάλλον που
στοίχειωσαν τα όνειρά μου από
τα κρυφά δάκρυα
(της)
από τα κλειδωμένα λόγια
(μου)
από το ρέον αίμα, το μαύρο αίμα
της σκοτεινιάς.
Ίσως πάλι να ‘ναι
ο χτύπος του ρολογιού
όταν
υψώνεται αβάσταχτο το
μεσημέρι
όταν
ο ήλιος εκσφενδονίζει
τις τρομερές φωτεινές
σκιές του.
Στο φλιτζάνι μου κολυμπάνε
μαύροι καπνοί.
Στο στόμα μου σαπίζουν
αλκοολικά βράδια.
Το κεφάλι μου ετοιμάζεται
να σπάσει
απ’ τις εκρήξεις και τις
σιωπές.
Τα λόγια
(της)
γδέρνουν το κρανίο
(μου).
Πίδακες
πόνου
σέρνουν
το χορό.
Τόσα κεριά
λιωμένα –
τα μάτια αρνούνται
να υπακούσουν
– τόσα κλειστά
χαράματα.
Μόνο ο
ιδρώτας να
σημαδεύει τις νύχτες
μέχρι τα πυρωμένα
πρωινά.
Λευκά βράδια
σκοτεινά απομεσήμερα
κατάμαυρες μέρες.
Οι μνήμες
πριονίζουν
το στερέωμα
και το λαιμό
(μου).