νέα σεζόν

Οκτωβρίου 4, 2011

Νέα σοδειά, νέο ξεκίνημα, με παλιά τραγούδια, κιτρινισμένα γράμματα, χαμόγελα στα όρια του λυγμού και ασυλλόγιστες νύχτες ξεβρασμένες στην όχθη του καιρού. Ξεπροδοβίζω τις μέρες της καμμένης χώρας· με τα «σημάδια της τρελής» άκαυτα εσαεί να τυραννάνε τα ξημερώματα· με τα φαντάσματα να σιωπούν πια, και μόνο να κοιτάνε διαπεραστικά τις κουρτίνες, τα παντζούρια, τους μαυρισμένους τοίχους. Νέο ξεκίνημα, ολόιδιο με όλα τα προηγούμενα –και όλα τα επόμενα. Η λιτανεία της θλίψης δεν έχει λάβει τέλος ακόμα: οι μπροστινοί κρατάνε τις φλέβες μου σαν εξαπτέρυγα, οι τελευταίοι κουβαλάνε υπό μάλης τις άδειες νταμιτζάνες μου. Νύχτες λευκές, άυπνα ξέφωτα στα σκοτεινά μου λημέρια, επιστροφή στα ανεπίδοτα γράμματα, στην αβίωτη ζωή· όλα καλά, όλα κανονικά, λοιπόν.

Ανεπίκαιρος: τα λόγια κομματιασμένα, ριγμένα στο βρώμικο περβάζι, χωμένα κάτω απ’ το σκονισμένο κρεβάτι, καρφωμένα στα πλακάκια του μπάνιου. Ούτε μια λέξη πια να μην μπορώ να φτιάξω χωρίς να αιμορραγώ, χωρίς να διαμελίζεται το χέρι, το μελάνι, το χαρτί. Η απόγνωση εγκυμονεί την αιώνια επιστροφή στο «τέλος» ή την τελεσίδικη εξορία στο παρελθόν. Εκεί που όλα έγιναν, τίποτα πια δεν μπορεί να συμβεί. Η επανάληψη κερδίζει έδαφος απ’ το παρόν, την ώρα που το μέλλον αποκόπηκε, σαν ρημαγμένο δέντρο, σαν ξεριζωμένη καρδιά, σαν σαπισμένο σάλιο. Ο εκτοπισμός δεν έχει πλέον σύνορα. Ο χρόνος αρχίζει και τελειώνει μέσα στο ποτήρι μου. Ο ραγισμένος τοίχος αντέχει ακόμα.

Γέμισε ο τόπος ηλεκτρικές κρεμάλες, σπινθήρες φωτίζουν το κελί μου, μια μυρωδιά από αντισηπτικό απλώνεται ένα γύρω. Τα τραγούδια γδέρνουν το τραπέζι με τον λίγωμά τους, η φωνή του τραγουδιστή μέγγενη, τα τουμπελέκια πριονίζουν την καρέκλα μου. Παγωμένη λάβα κάτω απ’ τις φτέρνες μου, καίγεται ο λαιμός μου απ’ τις ανήσυχες σκέψεις. Και μέτρησα όλη τη νύχτα, περπατώντας πάνω στα καρφιά μου. Μάζεψα όλα τα λεπτά της μες στο κεφάλι μου, ουρλιάζοντας πάνω απ’ την ερημιά των πολυκατοικιών. Σε μια άλλη ζωή, θα έγραφα για τις αϋπνίες και τις ημικρανίες, για την ερημιά και τη νύχτα, για την σκοτεινιά και την ερήμωση. Κι ακόμα δεν έμαθα από τι είμαι φτιαγμένος, ακόμα δεν έμαθα πώς να μιλάω σε κλειστά αυτιά, ακόμα δεν έμαθα πώς να μαζεύω λέξεις ή, έστω, γράμματα, ακόμα δεν έμαθα τι εννοούν τα τραγούδια, τι θέλουν να πουν τα ποιήματα.

Και δεν θέλησα τίποτα. Παρά μόνο ένα λευκό χάδι. Μόνο ένα παγωμένο χέρι στο πυρακτωμένο κούτελό μου. Μισή αγκαλιά μονάχα. Ένα γεμάτο βλέμμα. Και μια ολόκληρη σιωπή μπροστά στον πόνο μου — και τη σκοτεινιά μου.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.