μαξιλάρι
Οκτωβρίου 7, 2011
Πεθαίνουμε όπως ζούμε ή ζούμε όπως πεθαίνουμε; Κάθε μέρα μια νέα ιστορία ξετυλίγει το ίδιο κουβάρι, καινούργια γράμματα φτιάχνουν παλιές λέξεις, στραβωμένα καρφιά καρφώνονται στους μαυρισμένους τοίχους. Ο καπνός απ’ το τσιγάρο μοιάζει να στροβιλίζεται πάντα προς την ίδια μεριά: τη μεριά της τρέλας. Όλα μου τα τσιγάρα έχουν την ίδια γεύση: μυρίζουν θάνατο και καταιγίδες. Οι καπνισμένοι τοίχοι τρεκλίζουν, τα καψαλισμένα σεντόνια χλευάζουν τις νύχτες μου.
Το τσιμπιδάκι απ’ τα μαλλιά της μένει καρφωμένο στο πάτωμα. Υπενθύμιση, μνήμη και αμνησία. Άραγε θυμάται τι σημαίνει κατάφωτο σκότος, κατασκότεινο μεσημέρι; Ο ύπνος της εξορίας έρχεται πάντα το ξημέρωμα. Ο εκτοπισμένος πριν από τους εφιάλτες, φοβάται το ίδιο του το μαξιλάρι. Πώς να ξαπλώσεις στα ξυράφια, χωρίς την πανοπλία σου ή, έστω, λίγο οινόπνευμα. Τα αδειανά μπουκάλια, σαν γκρεμισμένα τείχη, χάσκουν και χαχανίζουν.
Κι όλο μαζεύω καυσόξυλα για τη σόμπα που δεν έχω, όλο μαζεύω γράμματα για τα λόγια που σώθηκαν. Σαν ξεφτισμένη ταπετσαρία, κομμάτια «ζωής» πέφτουν και συνθλίβονται στο πάτωμα. Όσο μεγαλώνει το παρελθόν, τόσο μικραίνουν οι μέρες: οι λεπτοδείκτες μετρούν πια ώρες, ώρες κρυμμένες σε κλειδωμένα συρτάρια. Ο ηρωικός εγκλεισμός δεν είναι παρά μια παρωδία της καθημερινής ζωής. Όμως ο κόσμος συνεχίζει να μοιάζει ακατανόητος.
Και σταμάτησαν και οι μουσικές. Σιώπησαν τα στερεοφωνικά και μας έμειναν μονάχα τα μονοφωνικά φονικά: φτηνές παρηχήσεις, φτηνότερα λογοπαίγνια. Δεν είναι καιρός για παιχνίδι: κάθε χαμόγελο ματώνει τα χείλη, κάθε χαμόγελο προδίδει την οδύνη. Η τελευταία θυσία είναι η μόνιμη, αρχαία θυσία. Μια μαύρη τρύπα χάσκει πάνω απ’ το κεφάλι μου, συντρόφισσα πιστή στα βήματα που κυκλώνουν τους χαμένους δρόμους.