Πράξη Α — σχέδιο α
Οκτωβρίου 11, 2011
(Κελί. Κάγκελα μπηγμένα στο πάτωμα που υψώνονται μέχρι την αφάνεια. Θα μπορούσε, φυσικά, να είναι ένα κοινό δωμάτιο, σε κάποιο μικροσκοπικό και παγωμένο διαμέρισμα τρίτου ορόφου. Μέσα απ’ τα κάγκελα φαίνεται λίγος ουρανός, μονίμως στο ίδιο χρώμα, που δεν είσαι ποτέ σίγουρος αν είναι άσπρο, γαλάζιο ή μαύρο. Βασιλεύει η σιωπή.)
ΑΝΤΡΑΣ
Σιωπηλή εποχή. Κάθε βράδυ καρφώνω τις λέξεις στους τοίχους, να μη φύγουν. Κάθε πρωί τις μετρώ και τις βγάζω λιγότερες. Όταν λιγοστεύει η ζωή, λιγοστεύουν και οι λέξεις. Ακόμα δεν έχω βρει πώς να φτιάχνω καινούργιες, ακόμα δεν κατάλαβα γιατί ο ήλιος επιμένει να βγαίνει την αυγή, παρόλο που όλα γύρω δεν έχουν κανένα νόημα. Κι όταν έρχεται η βροχή, η σκοτεινιά κλειδώνει τα παντζούρια, οι χαραμάδες σηκώνονται και φεύγουν κι όλα αρχίζουν πάλι απ’ την αρχή. Απ’ την «αρχή», καταλαβαίνεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Του θανάτου είναι τ’ αστέρια. Του θανάτου και τα ξημερώματα.
ΑΝΤΡΑΣ
«Φτιαγμένος από σκοτεινιά», έτσι έλεγες. Θυμάσαι; Κι ας σερνόμουν κάτω απ’ τις λαιμητόμους, προσέχοντας να μην ξυπνήσω τα φίδια που παραμόνευαν. Πώς να κρυφτείς απ’ τα μάτια που σε κοιτάνε ως το στομάχι; Πώς να περάσεις τη φωτιά χωρίς να καείς; (σιωπή) Ύστερα, μια ανάμνηση μπήγεται στον κρόταφό μου, φλεγόμενη και μανιασμένη. Όλα χαμένα, έξω γκρεμισμένες πολυκατοικίες, ερείπια που καπνίζουν και ανθίζουν. Άνθη ερημιάς. Εκεί που κάποτε ακούγονταν φωνές, τώρα λυσσομανά ο κρύος αέρας. Στα μπαλκόνια δεν φυτρώνουν πια λουλούδια, μόνο μαύρα φύκια. Οι σκισμένες τέντες μένουν να θυμίζουν ότι κάποτε ζούσαν εκεί άνθρωποι, άνθρωποι που μίλαγαν και φώναζαν και γέλαγαν και μάλωναν και έκλαιγαν και… και… Κάποτε ζούσαν άνθρωποι εκεί. Κάποτε τους άκουγα να σέρνονται, να περπατάνε, να κλαψουρίζουν, να ψιθυρίζουν. Κάποτε… Όταν ήταν ακόμα καιρός. Όταν…
ΓΥΝΑΙΚΑ
Του θανάτου φαντάσματα. Φάσματα. Φαρέτρες. Φανάρια. Φασουλήδες.
ΑΝΤΡΑΣ
Όχι. (σιωπή)