της θυσίας

Αυγούστου 12, 2011

μετράω τις ώρες
κι όλο λειψές
μου βγαίνουν
τα λεπτά, όμως,
βραδυπορούν
κι ατέλειωτα σφυροκοπούν
το κεφάλι μου.

ήχοι και κρότοι
η πομπή ξεκίνησε
και πάλι λείπω
μουγκρίζει  ο καιρός
έξω απ’ το κλειστό
παντζούρι
αλλά, εδώ μέσα,
μόνο μαύρες τρύπες
παλιές ιστορίες
κι αυτές
οι άθλιες,
οι ριζωμένες αναμνήσεις.

κρατάω την αναπνοή μου
μέχρι να  ξημερώσει το βράδυ
δεν φτουράει το αλκοόλ, μάτια μου,
«ο πόνος ξέρει κολύμπι», θυμάσαι;

το πατάρι μου έχει γεμίσει
με ξεραμένες θλίψεις
κι αραχνιασμένα όνειρα
και συνεχίζω
να παραχώνω χρησμούς
και μέρες
και σκελετούς
– ως πότε λοιπόν; –
δεν περιμένω τίποτα
δεν έχει άκρη το τούνελ
δεν έχει φως η μέρα

οι μαύρες τρύπες
δεν μπαζώνονται
δεν κλείνουν
οι μαύρες τρύπες
είναι
το τέρμα
της θυσίας.

της ημικρανίας

Αυγούστου 3, 2011

Είναι μάλλον που
στοίχειωσαν τα όνειρά μου από
τα κρυφά δάκρυα
(της)
από τα κλειδωμένα λόγια
(μου)
από το ρέον αίμα, το μαύρο αίμα
της σκοτεινιάς.

Ίσως πάλι να ‘ναι
ο χτύπος του ρολογιού
όταν
υψώνεται αβάσταχτο το
μεσημέρι
όταν
ο ήλιος εκσφενδονίζει
τις τρομερές φωτεινές
σκιές του.

Στο φλιτζάνι μου κολυμπάνε
μαύροι καπνοί.
Στο στόμα μου σαπίζουν
αλκοολικά βράδια.
Το κεφάλι μου ετοιμάζεται
να σπάσει
απ’ τις εκρήξεις και τις
σιωπές.
Τα λόγια
(της)
γδέρνουν το κρανίο
(μου).
Πίδακες
πόνου
σέρνουν
το χορό.

Τόσα κεριά
λιωμένα –
τα μάτια αρνούνται
να υπακούσουν
– τόσα κλειστά
χαράματα.
Μόνο ο
ιδρώτας να
σημαδεύει τις νύχτες
μέχρι τα πυρωμένα
πρωινά.
Λευκά βράδια
σκοτεινά απομεσήμερα
κατάμαυρες μέρες.
Οι μνήμες
πριονίζουν
το στερέωμα
και το λαιμό
(μου).

της φιλίας

Αυγούστου 2, 2011

Στα υπόγειά μας· στα στενά μας διαμερίσματα· στις άδειες σπηλιές μας· ο καθένας στο κελί του και όλοι μαζί στο βάλτο, να ψάχνουμε ξέφωτα, να βρίσκουμε μόνο καμμένα δάχτυλα (απ’ τα τσιγάρα) και πυρακτωμένα στόματα (απ’ το αλκοόλ)… Ο καθένας στο κελί του, παρέα με το φίδι του: κοίτα να δεις κάτι κατοικίδια που βρίσκουμε στα… γεράματα. Στο χώρο που δεν έχει χρόνο να πλέκουμε τις ίδιες λέξεις στο δέρμα μας, επαναλαμβάνοντας μηχανικά τις ίδιες ιστορίες, τις ίδιες ιδέες, τα ίδια μονοπάτια. Ο εγκλεισμός είναι, φυσικά, μέσα μας: μαζί τους απλώς διπλασιάζεται, τριπλασιάζεται. Θεωρίες, ιστορίες, τραγωδίες, κωμωδίες· μια παρωδία ζωής σαν άλλο μονόπρακτο της θλίψης.

Παραβιάστηκαν, λέω, οι κανόνες και ξεπεράστηκαν τα όρια. Με την προδοσία μαθαίνεις να ζεις νωρίς, αν είσαι τυχερός. Γνωρίζεις τότε τους «ανθρώπους» απ’ την καλή και την ανάποδη. Χωρίς αυταπάτες, μπορείς να φτιάξεις το πεδίο της μάχης (σου).  Κι ας μην αλλάζουν οι άνθρωποι. Βαριές λέξεις, φτιαγμένες από αφρό: φλόγες κυκλώνουν το μυαλό, ερμητικά γράμματα χωρίς διέξοδο. Τριγυρνώ μέσα στο κεφάλι μου και ψάχνω τη λέξη που θα με λυτρώσει. Μάταιος κόπος. Η παλινωδία είναι το άλλο όνομα της παρωδίας: ζω μόνος, όχι μοναχικά, διάγω εξόριστος, όχι εξορισμένος. Στης φαντασίας τα ποτάμια κολύμπησα πολλές φορές, μέχρι που στέρεψαν. Τώρα κάθομαι στης όχθης το ξεραμένο χώμα κι αναρωτιέμαι: πού πήγαν, ρε γαμώτο, οι μέρες της φωτιάς; Πού χάθηκε το θάρρος, μες στο θέρος;

Ανώφελες ερωτήσεις, καημένε. Όλος ο κόσμος έχει γίνει μια μικροσκοπική παγωμένη πέτρα. Στα βράχια ζουν φαντάσματα, ως γνωστόν. Κι η θάλασσα, που μόνο αυτή ξέρει από σκοτεινιά, τα χαϊδεύει μήπως και τους πάρει λίγο τον πόνο. Θυσία, φόρος στην ερημιά, το χέρι της απόγνωσης είναι τόσο ζεστό. Το κεφάλι μου έχει πάρει φωτιά. Τα δάκρυά μου είναι πυρακτωμένα. Δεν χωράω πουθενά, δεν με χωράει ο τόπος. Πνίγεται η ανάσα, το σάλιο κολλάει στο λαιμό, κάθε μου λέξη είναι φτιαγμένη από σιωπή. Όλα ειπώθηκαν, αλλά τίποτα δεν ακούστηκε. Μια ζωή τα ίδια: άγραφα γράμματα, γραμμένα ημερολόγια, ξεσκισμένες διαδρομές και λεωφόροι που αγκομαχούν κάτω απ’ τα βήματά μου. Ούτε ένα σπίρτο δεν μου ‘χει μείνει πια. Αρνούμαι το φως, αρνούμαι τη μέρα. Υποκύπτω, δηλαδή, και παραδέχομαι την ήττα. Όχι συνθηκολόγηση ούτε οπισθοχώρηση. Απλή, καθαρή, περίλαμπρη ήττα. Μόνοι μας θα βαδίσουμε ως το τέλος του δρόμου. Ας είναι.

της μοίρας

Αυγούστου 1, 2011

θαμμένος: την ώρα του κατακλυσμού, αδρανής, την ώρα της φωτιάς, τσακισμένος. το παγωμένο χέρι, ένα καθρέφτισμα της πυρπολημένης θλίψης: αβάσταχτη παρωδία στιγμών εκκρεμών. οι εκκρεμότητες είναι ρωγμές· έρχονται απ’ το παρελθόν, κοιτούν στο μέλλον,  τους λείπει όμως  αιωνίως το παρόν. ιπτάμενη λησμονιά.

ο βάλτος του πεπρωμένου, ο κήπος της μοίρας: πώς να μη γίνεις αυτό που είσαι, πώς να είσαι αυτό που δεν έγινες, πώς να είσαι αυτό που είσαι, χωρίς να γίνεσαι τίποτα ή πως να γίνεις αυτό που έγινες ή που θα γίνεις. ουφ! φλυαρίες, κομματιασμένες σκέψεις, σαν αποκεφαλισμένες παρθένες.

η μοίρα είναι επανάληψη: χτικιό δηλαδή, ήττα, πανωλεθρία. στα ίδια δωμάτια, στα ίδια πατώματα, τα ίδια χαρτιά και τα ίδια μελάνια: οι ίδιες λέξεις, τα ίδια ηλεκτρικά περιττώματα, τα ίδια πυρωμένα γράμματα. ο χρόνος μόνο σέρνεται ακόμα. το χθόνιο φίδι κουλουριάζεται μες στην κάμαρά μου. το ταΐζω αλκοόλ, το τρέφω με σάρκα. τα στίγματα της φορεσιάς του είναι όλες μου οι μνήμες: τα χρώματα είναι άχρωμα.

η συνάντηση

Ιουλίου 24, 2011

το χαρτί έμεινε λευκό (είχε σωθεί το μελάνι), το χέρι αρνιόταν να οδηγήσει τα γράμματα ή να φτιάξει τις λέξεις: οι εκτοπισμένοι δεν διαβάζουν τις επιστολές των ζωντανών, οι εκτοπισμένοι μιλούν μόνο τη γλώσσα που άφησαν πίσω τους — στο μεταξύ τα γράμματα έχουν αλλάξει θέση, οι λέξεις έχουν πάρει άλλη όψη, όμως αυτά είναι πράγματα που οι εκτοπισμένοι δεν θα τα μάθουν ποτέ. οι εκτοπισμένοι αδυνατούν να βρουν λέξεις για να μιλήσουν για «συναντήσεις» και ενδεχόμενα. στο χρόνο τους, η κάθε μέρα είναι αγώνας και ό,τι σπάει την «κανονικότητα» απλώς επιβεβαιώνει την εξορία τους.

πάλι, όμως, η «ζωή» πετάει στα σκουπίδια όλα τα σχέδια: τα κλειστά παντζούρια δεν αρκούν, οι αμπαρωμένες πόρτες δεν φτάνουν. ντυμένη το θάνατο, έρχεται (η ζωή) να χλευάσει τις σκέψεις. οι πράξεις ακόμα λείπουν: εξορισμένες κι αυτές. πάγωσαν τα χέρια, στα ρημαγμένα μάτια μου στίγμα κατακόκκινα υπενθυμίζουν ότι «ζούμε» μονίμως με τη σκιά του «θανάτου».

κλείνουν τα μάτια, οι δρόμοι, οι σιωπές… μεγάλωσα, καρδιά μου, και δεν βρίσκω πια τα μονοπάτια της μέρας… πληθαίνουν οι νύχτες, μαζί με τα κλειδιά, τα κελιά και τα αρρωστημένα πρωινά. μεγάλωσα, μετράω άσπρες τρίχες και μαύρους κύκλους, άδεια μπουκάλια κι ακόμα πιο άδεια βράδια… οι τοίχοι είναι στοιχειωμένοι: μιλούν, φωνάζουν, κλαίνε… οι πόρτες είναι κλειστές: δεν έχουν κλειδαριές, δεν ανοίγουν, δεν τρίζουν πια… οι άνθρωποι χάθηκαν: ό,τι μένει είναι μονάχα θλίψη και ερημιά.

ερχόμουν από αλλού, πήγαινα αλλού, στους δρόμους της σκοτεινιάς δεν έχει συντροφιά… νησίδες έψαχνα και πεφταστέρια… σε ρωγμές περιπλανήθηκα, σε έρημα μπαρ και καταγώγια πνιγμένα στον καπνό… στου χωριού μου το καφενείο παίζουν ζάρια το παρόν μου οι μοίρες… κι όλο χάνω, όλο χαμένος βγαίνω όταν τζογάρει το παρελθόν με το μέλλον… αδράνεια… οι μουσικές μου ξερνούν φωτιά και σκοτεινή σιωπή.

τοίχοι και καρφιά: όλα μου τα λόγια δυο λέξεις, όλες μου οι μνήμεςσ παγίδες και ρημαγμένα δωμάτια… άστραφταν κάποτε οι δυνατότητες, λαμπύριζαν τα παράθυρα από τις άχρονες νύχτες που έγιναν άχρωμες αγχόνες… αλλοπαρμένος!… να πιστέψω ότι μπορεί να σωθεί ο εκτοπισμένος… η εξορία είναι στην καρδιά, καημένε….

restart

Ιουλίου 11, 2011

τελειώνει η ζωή που… άρχισε (;), που ενέσκηψε αιφνιδίως και πάλι αναπάντεχα αποχώρησε… η ζωή που νόμισε ότι μπορεί να γίνει βιώσιμη, να αντικαταστήσει δηλαδή την επιβίωση, άνευ όρων και άνευ ορίων. μια μεταφυσική αντίληψη, δηλαδή, τόσο παλιά όσο και ο θάνατος. χμ…

ήταν προφανώς μια ασυλλόγιστη τρέλα, μια στιγμή πιθανόν αδυναμίας, να νομίσω ότι οι λιγοστές λέξεις, οι θνήσκουσες λέξεις, μπορούσαν να δώσουν τη θέση τους στο σάρκινο λόγο ή τα σαρκωμένα γράμματα. σε κάθε περίπτωση, οι λέξεις τελειώνουν μαζί με τη ζωή ή το γράμμα παρασέρνει το θαύμα. χμ…

επανεκκίνηση καθυστερημένη, η πράξη άργησε ένα χρόνο, αιωνίως ανεπίκαιρη, ανεπαίσθητα επαναληπτική και αποκλεισμένη. το πρόβλημα δεν είναι η σιωπή, είναι η καταβύθιση στο ίδιο: η αδυναμία επέστρεψε, σαν το κουλουριασμένο φίδι. είμαι όλος μια σκιά: φτιαγμένο από σκοτεινιά, με είπανε. τίτλος τιμής, μετάλλιο ατίμωσης, φτυσιά! χμ…

τώρα που τέλειωσε ο χρόνος, λιγόστεψαν οι λέξεις, μετράω τις ώρες ανάποδα!

Μαΐου 3, 2011

είναι που ενέσκηψε η αβίωτη ζωή
κι όλα τα γράμματα χάσαν τον ήχο τους
και τη σκιά τους
είναι που γκρεμίστηκαν  τα πρωινά
και άναψαν οι νύχτες σαν λαμπάδες
είναι που έκλεισαν όλα τα παντζούρια
(μέσα και έξω)
είναι που διαλύθηκε το όνομά της
σε εκατομμύρια κόκκινα κομμάτια
είναι που συννέφιασε το δωμάτιο
από καπνούς, ομίχλες και σιωπές
είναι ο κόσμος και το στίγμα του
και το ξυράφι της.

είναι μονάχα το τέλος

φ

Ιανουαρίου 30, 2011

οι ώρες που περνούν δεν είναι έρημες, είναι

ερημιές:

στη σιωπή χάνεται ο ήχος των λεπτοδεικτών, σαν πένθιμο

σήμαντρο.

άβολος ο χρόνος των ζώντων, αστόχαστα τα άνυδρα λόγια,
οι πράξεις κρεμιούνται πάνω στα μανταλάκια του ορφανεμένου τόπου,
άβολες των ζωντανών οι κάμαρες, κάτασπρες απ’ την απουσία,
κατάλευκα βράδια: να περιμένεις ως το ξημέρωμα ένα σουγιά ή ένα μαχαίρι.

εκτοπισμός
η εξορία δεν έχει όνομα, μόνο οσμή και ήχο,
γι’ αυτό κερδίζει

όλα τα ονόματα

 

αγκύλωση

Ιανουαρίου 10, 2011

τίποτα τώρα πια
ούτε καν
λέξεις
μόνο η αγκύλωση
το άλλο όνομα της
καθήλωσης
και το παλιό
καλό
φίδι
τυλιγμένο
γύρω απ’ το
λαιμό μου
ο αυχένας
εκδικείται ή
το σώμα επαναστατεί
ή μήπως αναστενάζουν
οι μύες
κι αυτά είναι τα
δάκρυά τους;

[«νέα» χρονιά;]

Ιανουαρίου 1, 2011

ακόμα μια γραμμή στον τοίχο, ακόμα μια σιωπή ξεραμένη πάνω στο παντζούρι. η μνήμη ακροβατεί με ένα πόδι πάνω στο τεντωμένο σχοινί, ο λεπτότατος πάγος τρίζει σαν τις χορδές του σκονισμένου μπουζουκιού — ακούγεται σαν πριόνι μέσα απ’ τα ηλεκτρικά καλώδια. το δέρμα καίγεται μες στην παγωνιά, το μυαλό εκτοπίζεται σε παλιές εξορίες. ο χρόνος είναι ό,τι έχει απομείνει: τα υπολείμματα από κρέας πάνω στη λαιμητόμο. το σώμα οργίζεται, η εγκατάλειψη σημαδεύει τη σάρκα με ακατανόητα σύμβολα. γράμματα, λέξεις, ημερολόγια, σκισμένες σελίδες. όλη (μου) η ζωή ένα αγκομαχητό. κι αν άλλαξα τόπους κι εποχές, μένει αφόρητα ίδιος ο λυγμός, ο τρόμος και η μοναξιά.

έτσι περνούν τα χρόνια: σαν χαρακιές.

[...]

Δεκεμβρίου 26, 2010

το σώμα εξεγείρεται

ο πόνος χαρακώνει το δέρμα

η ερημιά κυκλώνει το δωμάτιο

το μυαλό, θολό και κουρασμένο,

σκέφτεται την κρεμάλα

ή τη λαιμητόμο.

 

όλα τα άλλα σιωπή

τα σκισμένα ημερολόγια

Δεκεμβρίου 4, 2010

ο σκοτωμένος ύπνος αρρωστημένο πρωινό γεμάτο βραδινή απελπισία. ό,τι ξερνάει η νύχτα, το μαζεύει η μέρα χάντρα χάντρα. στο μυαλό μου υψώνονται καταιγίδες, μαύρα σωθικά και σκουριασμένες πρόκες. τα πατώματα γέμισαν πάλι καρφιά και τα παράθυρα παραπετάσματα. εγκλεισμός. ένα μεγάλο κελί όλες οι μέρες. πώς έγινε και το κελί ξανάσπασε στα δύο; πώς έγινε και δεν με χωράει ούτε αυτό το μέρος;

είναι αυτή η ξαφνική λαχτάρα να πιάσεις απ’ τον λαιμό τον πρώτο που θα βρεις μπροστά σου. αυτή η αναπάντεχη μανία να εκτελέσεις τον διπλανό σου, να ξεριζώσεις το κακό απ’ τη ρίζα, να ξεχυθείς μετά στους δρόμους χορεύοντας γυμνός στα σιχαμένα πεζοδρόμια.

αγκομαχούν τα λόγια και τα ημερολόγια πέφτουν στον φωταγωγό. στο μυαλό μου σπίθες στήνουν μακρόσυρτο γαϊτανάκι. ακόμα και ο αέρας γρατζουνάει το μέτωπό μου, ακόμα και η σκόνη είναι λόγος να ξεκινήσει παγκόσμιος πόλεμος, ακόμα και το τρίξιμο του κρεβατιού, η απλωμένη πετσέτα, ο τυχαίος βήχας είναι λόγοι να πάρεις κεφάλια. έτσι, σκέφτομαι, ξεκίνησαν όλοι οι δολοφόνοι — κι όλοι οι κρεμασμένοι.

έτσι, λοιπόν, με εκδικείται το μυαλό μου. ήρθε η σειρά του. ύστερα θα με εκδικηθεί το σώμα — αυτό πήρε το μερτικό του και τώρα ξεκουράζεται. σημάδια στη σάρκα, χαρακιές που κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς έγιναν, λόγια που σαπίζουν στις αυλακιές του δέρματος. όσο να πεις είναι μια παρηγοριά να μπορείς τουλάχιστον να θρηνολογείς το τίποτα που είσαι.

αφήστε με, σας λέω. απόψε δεν θέλω να ακούω ούτε την ανάσα μου — χτυπούν οι σκέψεις με κάτι απρόσμενες βαριοπούλες. από αύριο μπορεί να «σκεφτώ» ξανά τη μέρα που ξημερώνει. απόψε, όμως, τα νύχια μου είναι έτοιμα να με κατασπαράξουν. ας είναι. θα τη γλυτώσουμε και πάλι.

το γαϊτανάκι είναι χώρος και χρόνος, αντεστραμμένος κι αναποδογυρισμένος. μια θηλειά που δεν λέει να λυθεί. ένας κόμπος στα πόδια που ματώνει τα βήματα. σε κάθε σκαλοπάτι αφήνεις κι ένα κομμάτι σάρκας. κι ας κατεβαίνεις στα πιο οικεία βάθη. το χάος δεν αιωρείται, ανακυκλώνεται. η γλώσσα των ανθρώπων εξακολουθεί να σου διαφεύγει. από το γκρίζο ως το μαύρο ο δρόμος χάσκει και σε καλεί στα παλιά λημέρια. στάσου, λοιπόν, για λίγο στο κεφαλόσκαλο. ο κάτω όροφος είναι από παλιά γνωστός: ο τρελός με το κερί στριφογυρίζει ακόμα, σέρνοντας τις σκισμένες παντόφλες του. η πόρτα ανοίγει λίγο λίγο και απ ‘τη χαραμάδα χάσκει το γνώριμο αιμάτινο, σκοτεινό φως. σε «διώχνουν» πάλι τα «πράγματα» και τα αρρωστημένα πρωινά: να θες να ξεριζώσεις το μυαλό σου, να κρεμαστείς απ’ το παντζούρι. πάλι στις σκιές κυκλοφορείς και χάνεσαι.

καλό χειμώνα

Οκτωβρίου 11, 2010

μου έπιασε το λαιμό, απρόσμενα. το παγωμένο χέρι, ασάλευτο, αλλά σφιγμένο καλά πάνω στη σάρκα. εκείνη την ώρα αναρωτιόμουν πού πήγε το απομεσήμερο και ποιος μου έκλεψε τα μελάνια. χάθηκε το μπλε. αναζητώ το μαύρο. ληστές, πρέπει να ήταν, δεν εξηγείται αλλιώς. η επιστροφή του αγαπημένου ουρανού της σκιάς δεν είναι ακόμα λύτρωση.

κι έπειτα, πάλι χειμώνας. κι όλα μαυρόασπρα, όπως πάντα. η χαραμάδα δεν αρκεί να μας θυμίσει την παγωνιά. χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα χάδι για να γεμίσει το ποτήρι. απρόσμενα με βρήκε κι αυτή η χειμωνιά. κι ακόμα δεν μάζεψα φιάλες για τις νύχτες που έρχονται. όλες οι σκέψεις αρχίζουν με κρεμάλες. και τελειώνουν πίσω απ’ τις βιβλιοθήκες.

ακινησία ξανά, τουτέστιν αδράνεια ή εγκλεισμός ή κούραση. πέρασε ο χρόνος, περνάνε τα ποτάμια και οι λόφοι. σκαρφαλωμένος στον απόκρημνο τοίχο, ψάχνω μια στάλα βροχής, όχι για τη δροσιά ούτε για το όνειρο. να πιαστώ πριν κλείσουν όλοι οι δρόμοι. ούτε τα καταγώγια δεν έμειναν πια. τα καταφύγια έγιναν κελιά, θηλιές και συρματοπλέγματα.

ψυγείο το σπίτι κι οι αρρωστημένες λέξεις ακροβολίζονται στα απέναντι μπαλκόνια. να μην μπορώ να πιάσω ούτε ένα μολύβι. δεν είναι καιρός για θρήνους. η παγωνιά μονάχα παρασέρνει το θάρρος. μου τέλειωσε κι αυτή η εποχή.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.