καπνοί

Ιανουαρίου 15, 2009

Με εμμονές και στηρίγματα στον αέρα,
παίρνω μια γεύση απ’ τη φωτιά,
μέσα σε μαύρους κύκλους και βαθουλωμένα μάτια.
Οσμίζομαι το πάθος και βλέπω τα σπίρτα
αναρωτιέμαι για το λάθος και προσπαθώ να βρω μια μήτρα.
Άνοστες ρίμες και λέξεις που δε μιλούν·
τριγύρω μου το όραμα που μένει μετέωρο…

Κι αν έσβησαν οι φλόγες, μένει ακόμα το μπαρούτι
κολλημένο πάνω στα κλειστά παντζούρια,
τα ποτήρια στο καπηλειό, τα δρομάκια του λόφου,
τις τέντες και τα πεζοδρόμια.

Κι εγώ ελπίζω σ’ αυτή την οσμή, αυτή τη γεύση
που λίγο πέρασε ξυστά κι από αυτό το κορμί
κι από αυτή την περιπέτεια.

στοχασμοί απ’ το πλάι

Ιανουαρίου 11, 2009

Δεν είμαι εκεί. Περπατώ καμιά φορά στο πεζοδρόμιο, πολεμώντας να νικήσω το φόβο, την αδυναμία και την κούραση. Περπατώ παραδίπλα ελπίζοντας να αποφύγω τα βλέμματα των ζωντανών. Στις σάρκες, στα πνευμόνια μου, παλιά και νέα σημάδια αγωνιούν και θλίβονται. Με περίσκεψη ανάπηρη και με λόγια κουτσουρεμένα, εκτοπισμένος μια ζωή, αναζητώ μια τρύπα πλάι τους κι ίσως μια ελπίδα. Τη δίνουν εκείνοι απλόχερα, εγώ δυσκολεύομαι να την βάλω στην τσέπη μου. Κάθε φορά, η ίδια ιστορία.

Ο εγκλεισμός και η ελευθερία πέφτουν μαζί στα χέρια μου. Εικόνες ξεθωριασμένες και παλιές φωτογραφίες που πάνε χαμένες. Στο ντουλάπι μου, δεν έχει ούτε νερό ούτε ψωμί. Κρύο καφέ και άνοστο τσάι μας έχει μείνει. Η φωτιά κλώτσησε στον καιρό στ’ αρχίδια κι εμείς τριγύρω βλέπουμε, από μακριά, από παλιά, τον κόσμο να τρέχει, να παίζει, να ερωτεύεται… την ημερομηνία, την χρονολογία, την εξέγερση, τη φλόγα, την ελπίδα. Εμείς οι ανεπίκαιροι. Οι ανέστιοι.

Κι αν πορεύομαι στο πλάι, μη με φοβάσαι. Στην τσάντα μου κουβαλάω λέξεις. Στα χέρια μου κρατώ το κεφάλι μου. Κι αν πρέπει να με κάψεις, ούτε στιγμή μη διστάσεις. Το μετερίζι το δικό μου είναι από καιρό κλειστό.

Μη

Ιανουαρίου 4, 2009

πλύνε με απ’ όλη τη σάρκα μου
με φωτιά

καθάρισέ με απ’ όλη την ενοχή μου
με γενναιότητα

ρίξε όλες τις μάσκες μου
με σθένος

ποδοπάτησε όλα τα λόγια μου
με μίσος

χτίσε με μέσα στους τοίχους
με πέτρες

μη με αφήσεις να ξεχάσω
μείνε εδώ
να μου θυμίζεις
το Δεκέμβρη σας.

Σ αυτή την πονεμένη γη που βαδίζεις
ανέστιος, μόνος, δίχως ελπίδα καμιά
γίνε ο παλμός κάποιας γιορτής που αρχίζει
και σπείρε τους εφιάλτες μιας χαμένης γενιάς.

κατοπινοί καιροί– το μέλλον έγινε παρόν μέσα στις φλόγες!
οιωνοί και συννεφόσχημα φάσματα: καπνός είναι ή δακρυγόνο;
υπόγεια λαγούμια, κατοικίες των αλλοπαρμένων,
κιγκλιδώματα ανθισμένα, γεμάτα φρίκη, γεμάτα πάθος.
ορκίζονται οι ανέστιοι στο όνομα του δρόμου και
υποτάσσονται στο κάλεσμα της φωτιάς και της μανίας.
λιντσάρισμα σ’ όλες τις λέξεις! αυτό μονάχα μένει.
ο λύκος παραφυλάει, τα δόντια του μυρίζουν θάνατο, στις
φτέρνες του είναι κεντημένα εθνόσημα και θυρεοί.
όλο μαζεύει τα λόγια μας, όλο μασάει τα γράμματά μας:
ρουφάει σκέψεις, ρουθουνίζει πτώματα, αναμασά σημαίες.
οι ολονυχτίες, όμως, ξημερώνουν αποκαΐδια και λαιμητόμους,
ι
στορώντας το τώρα, το ποτέ και το πέραν.

επέτειος μνημοσύνου

Δεκεμβρίου 13, 2008

Σάββατο λέει ήταν
πάνω μας πάλι κρέμονταν δεκαετίες
ξεθωριασμένες ημερομηνίες έπεφταν στους υπονόμους
1973, 1985, 1995, 1998, 2008.

Την Κυριακή
η Καλλιδρομίου έμοιαζε με Δεκαπενταύγουστο
αλλά χωρίς τα γιασεμιά.
Αυτή τη φορά, τη ζέστη την ξερνουσαν οι φωτιές
απ’ τα μπαλκόνια κοίταγαν οι θείτσες
τα δακρυγόνα, τις πέτρες, τις φωνές.

Στην πλατεία
σέρνονταν φάσματα και καπνοί
όχι ρε καριόληδες! απόψε πάλι το ξημέρωμα θα επιστρέψουμε
ας είναι και χωρίς

Τα πεζοδρόμια δεν έχουν ξεχάσει το αίμα
απ’ αυτό είναι φτιαγμένα
– απ’ όλο το αίμα.

Οι νερατζιές στάζουν χημικά, λάσπη και οργή
και στις παρόδους τρέχει η ζωή κι η φρίκη.

Αγέρωχες νερατζιές, γενναία πεζοδρόμια
σκύβω κι αγγίζω μια πέτρα

κι απολογούμαι.

οι δικοί τους νεκροί

Δεκεμβρίου 7, 2008

είναι οι νεκροί των παιδιών με «τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα»
είναι οι δικοί τους νεκροί

ο δικός τους
ναι! των κουκουλοφόρων, των τρομοκρατών, των γνωστών-αγνώστων!

της λευτεριάς το σύθαμπο
κατρακυλά στα πεζοδρόμια
λούζει με αίμα και χολή και μίσος
τις νερατζιές

να σωπάσουν όλοι!
να σωπάσουμε όλοι!

τώρα μιλάει ο θάνατος
και η εκδίκηση
κι ο πόνος

τώρα μιλάει η φωτιά
που κι εμένα να κάψει πρέπει
εμένα και όλους μας
μέσα στα σπιτάκια μας, τα διαμερίσματά μας
τα δωματιάκια μας

ας ακουστεί μονάχα ο τρόμος

Σας ζηλεύω–
κι απολογούμαι
για τη δειλία μου
και για όλα

Σιωπή και κρεμάλες
η Βάρκιζα
το Βίτσι
ο Γράμμος
σιωπή

τα πεζοδρόμια κι οι λεμιονιές
ό,τι μας μένει.

ζεν (μέρος ε’)

Σεπτεμβρίου 21, 2008

τριανταρίζουν γύρω μας κι άλλοι· οι τελευταίοι· όσοι είχαν ξεμείνει· απ’ τους «δικούς» μας. για τα τριάντα μας, λοιπόν.

Δεν είναι ο χρόνος που περνάει, δεν είναι οι στιγμές που χάνονται, δεν είναι τα όνειρα που διαψεύδονται ούτε οι εφιάλτες που επαληθεύονται. Όχι, δεν είναι όλες αυτές οι κοινοτοπίες. Είναι μια μνήμη πασπαλισμένη με δάκρυα, είναι μια ανακεφαλαίωση των πρώτων κεφαλαίων, είναι το αποσμητικό απ’ τη μασχάλη σου και το γέλιο σου· έτσι σκέτα, το αθάνατο γέλιο σου.

Κατηφορίζεις, κλωτσώντας πέτρες σαν μουτρωμένο παιδάκι, κλωτσώντας το χρόνο ανάστροφα. Το δέρμα σου πιάνει την αλλαγή στον αέρα: από ‘δω και πέρα, θα ακούς μονάχα για κουρτίνες και καναπέδες, μεγάλες σοφίες. Από ‘δω και πέρα θα ξυπνάς πρωί, θα κοιμάσαι βράδυ ή έτσι θα τους λες για να σε… κάνουν παρέα. Από ‘δω και πέρα, θα κλείνεις τα μάτια μόνο για λίγο, θα ονειρεύεσαι όλο και λιγότερο, δε θα αγαπάς καθόλου. Από ‘δω και πέρα, θα ζεις μες στις ρωγμές, δε θα ‘ναι οι ρωγμές ζωή ούτε ο θάνατος έρωτας — ή ήταν ο έρωτας θάνατος; Πάντα θα τα μπερδεύω αυτό…

Ρωγμή από ρωγμή διαφέρει, ασφαλώς. Ας μην βαυκαλιζόμεθα. Ρωγμή στον τοίχο απ’ το σεισμό, ρωγμή ανάμεσα στα πόδια σου, ρωγμή η σιωπή όταν όλοι χαχανίζουν απολαμβάνοντας τις φούσκες τους, ρωγμή το μειδίαμα όταν όλοι σε κοιτούνε σοβαροί, ρωγμή το γέλιο σου, ρωγμή και το κλάμα σου. Ρωγμή πάνω στο τετράδιο, σκίσιμο απ’ τη γόμα, μουντζούρα. Ρωγμή κι ο ήλιος σου, ρωγμή και το σύννεφο που σε πλακώνει.

Το ζεν, ωστόσο, ανοίγει τα πόδια του και καβαλάει τις ρωγμές. Ξέρει από παλιά να τραμπαλίζεται πάνω από κενά απύθμενα, να καβαλικεύει τον τρόμο. Πάνω από μια τέτοια ρωγμή στεκόταν κάποτε σαν αρχαία κόρη και μου ‘κανε νόημα ν’ ακολουθήσω. Τρομερό κι απρόσμενο, κοιτούσε με πύρινα μάτια τον κόσμο. Έτρεμαν τα χείλη. Ριγούσαν τα οστά. Κι εγώ βυθιζόμουν σ’ αλκοόλ και στάχτες και … βάλτε να πιούμε. Συννεφιασμένα καλοκαίρια, θυμάμαι. Νεροποντές καυτές σαν σάρκα καυλωμένη. Και μουσικές σε σακαράκες μέσα. Τι καταφύγιο και ‘κείνο! Η αρχαία κόρη κουνούσε το δάχτυλό της. Εξακοντίζονταν ριπές και πίδακες πλησμονής. Έκανε τα δέντρα να περπατάνε, έκανε τα δάση να γονατίζουν. «Βάλτε να πιούμε» και δώστε μου τη λησμονιά με το κουτάλι.

Υ.Γ. Η τροχιά του ζεν περνά ενίοτε ξυστά. Από κάποιο παράδρομο, από κάποιο στενάκι. Τα χνάρια του μένουν στα πεζοδρόμια για μέρες. Τα γέλια του πληγώνουν τις μέρες. Κι οι παλιάτσοι κρύβονται, να μη τους κλέψει τα ανέκδοτα.

ζεν (μέρος δ’)

Σεπτεμβρίου 13, 2008

αταξία

ή αλλιώς:

ανεμοστρόβιλος κάτω απ’ το δέρμα. πλανιόταν γύρω μας η
τεφρή ματιά σου· και ξέχειλα τα γέλια σου αρνούνταν να υποκύψουν.
ανατριχίλα. σπινθήρες έσπερνες μες στα κεφάλια μας.
ξαστεριά υποσχόταν το βλέμμα σου. κι όταν σε γνώρισαν τα μάτια μας,
ίπποι και μύθοι και σπαθιά και τέρατα… ξεχύθηκαν από το στήθος σου.
αχ! τι εποχές! τι νιότη! τι… «ζωή»!

ή ίσως:

ακρότητα: αυτό μονάχα έγραφαν οι τοίχοι. οι θλιμμένοι τοίχοι.
τιτίβιζες και έλαμπες καταμεσής της αίθουσας.
ανοιγες τα φτερά σου, χαστούκιζες τα σοβαρά τους πρόσωπα.
ξέσκιζες με τα μάτια σου κάθε σιωπή και κάθε ψέμα.
ίσκιους έφτιαχνες με τις ηλεκτρισμένες μπούκλες σου.
αρνήσεις ύφαινες, όταν όλοι λέγαν «ναι»!

και τελικά:

κάθε φορά που σταύρωνες τα πόδια σου,
κάθε φορά που κλωθογύριζες την μπούκλα σου,
[ναι! αυτήν την μπούκλα, την ίδια, τη μόνη, τη γνωστή]
κάθε φορά που κοκκίνιζαν τα χείλη σου,
κάθε φορά που έλεγες τη μεγαλύτερη προστυχιά,
τη μεγαλύτερη βλακεία,
τη μεγαλύτερη σοφία,
τη μεγαλύτερη αλήθεια,
τη μεγαλύτερη αγάπη,
τη μεγαλύτερη κραυγή…

έκλεινες το μάτι σου στο θάνατο
κι έπαιρνες μέσα σου όλη τη θλίψη
δώρο και προσφορά
στους θλιμμένους και τους άπορους
τους σιωπηλούς και τους απελπισμένους.

η παρεκτροπή σου
νόμος
και άνεμος
και πρωινό.

ζεν (μέρος γ’)

Σεπτεμβρίου 10, 2008

έσυρα τα βουτηγμένα στ’ αλκοόλ βήματά μου ως το τωρινό μου καταφύγιο. (το ζεν έχει περάσει κι από εδώ, αν είναι δυνατόν!) έσυρα παπούτσια που τσαλαβουτούσαν σε λίμνες γεμάτες ουίσκι και πεζόδρομους τόσο γνωστούς, τόσο φορεμένους, που σου ‘ρχεται να ουρλιάξεις. εσένα! γιατί εμένα… τα οικεία πεζοδρόμια με φέρνουν σώο και αβλαβή πάλι πίσω — διώχνουν τα όνειρα σαν αυτές τις αλοιφές που διώχνουν τα κουνούπια (χρήσιμες σε μέρη που έχει κουνούπια· όχι εδώ, προφανώς!).

κάθε φορά είναι σαν να είναι νέα. γέννηση εκ του μηδενός. όχι! κάθε φορά είναι σαν να ήταν μια στιγμή πριν. μια μονάχα στιγμή, ανείπωτη κι ανέφελη, εκμηδενισμένη. μια στιγμή πριν (πριν απο τι; από το τώρα; πφ! προκαταλήψεις! αηδίες! κι όμως: ναι ρε πούστη: μια στιγμή πριν!). κάθε φορά είναι σαν να συνεχίζεται το τώρα που ποτέ δε θελήσαμε (δε θέλησα;) να πιάσουμε απ’ τα μαλλιά γιατί θα έκαιγε όσο όλοι οι ήλιοι κι όλα τα αστέρια.

ήταν ένα απόγευμα. ήταν ένας ήλιος που βουτούσε στην αρχαία λίμνη. ήταν ένα σούρουπο που το φως κρεμιόταν απ’ τα λαμπερά σου τσίνορα. ήταν μια απέραντη σιωπή, ντυμένη όλες τις λέξεις του κόσμου. κανείς δε σάλευε. κανείς δεν άκουγε. φωτογραφίες καίγονταν. λόγια αυτοκτονούσαν. αν γύριζα το κεφάλι μου, θα έβλεπα εκείνη την αγέρωχη στάλα του ιδρώτα σου να σταματά πάνω απ’ τη στάχτη των ματιών του. αν γύριζα, θα έβλεπα εκείνη την ανείπωτη δροσιά να παγώνει μέσα στη σκιά των μηρών σου. αν γύριζα, γαμώτο, το κεφάλι μου, θα έβλεπα — είμαι βέβαιος! — εκείνη τη στιγμή να μου χαμογελά απ’ την καμπύλη του αιώνιου στήθους σου. κι όμως, δε γύρισα. αφέθηκα να ακούω τον παλμό της καρδιάς σου, να γεύομαι τη γεύση της πατούσας σου, να μυρίζω το άρωμα των δαχτύλων σου που έγραφαν πορτρέτα ζωής πάνω απ’ το άπειρο.

πάνω απ’ τη λίμνη, όλα γκρεμιζονταν και όλα αργοπορούσαν. σταματημένες οι ώρες περίμεναν ν’ ακούσουν την εντολή σου. παγωμένα τα χρόνια ήλπιζαν σ’ ένα σου νεύμα. ανέμισαν τα πορφυρά (ή μήπως ήταν πορτοκαλί;) μαλλιά σου και θρόισαν τα κόκκινα (μήπως πορτοκαλί;) σου χείλια. και μια σου κίνηση έφτασε για να υψωθεί και πάλι η σημαία. έβγαλες απ’ τπν κόρφο σου ένα σπαθί και έκοψες κομμάτια το χρόνο· έβγαλες απ’ τα μάτια σου ένα βέλος και σαΐτεψες τον πόνο· έβγαλες απ’ την κοιλιά σου ένα ρούχο και ντύθηκες τη νύχτα· και χόρεψες πάνω στ’ ατάραχα νερά της λίμνης μέχρι που πόνεσαν τα πόδια σου. κι άρχισαν να ξεπηδούν παιδιά μέσα απ’ τα βάθη· κι άρχισαν να βουτάνε οι άρρωστοι ξοπίσω σου. και τότε πήρες το σπαθί. και τότε πήρες τη σημαία. κι ανέβηκες πάνω στο έρημο φάρο. και φώναξες! κι άπλωσες τη ματιά σου πάνω τους. κι άπλωσες τη φωνή σου μέσα τους. κι όλα είχαν γίνει. και μόνο εγώ είχα καταλάβει. τ’ απέραντο και το μηδέν. το χρόνο που τον άφησες να ξανακυλίσει. τις ώρες που πήραν άδεια να χτυπάνε. τα ρολόγια που πήραν να κουρδίζονται και να τρέχουν. και ήξερα πως στο κατόπι σου θα καίγονταν οι δρόμοι κι εκείνοι, οι άρρωστοι και οι ανάπηροι και οι ζητιάνοι. κι εγώ: μια λησμονιά που δεν μπορεί να λησμονήσει· μια βελονιά που μπέρδεψε τα νούμερα και έχασε τις μέρες.

δείχνε το δρόμο, μάτια μου, κι άσε τους να παιδεύονται να σε προφτάσουν. δείχνε το σκότος, καρδιά μου, κι άσε τους να παλεύουν την άνευρη σιωπή τους. κι αν μίλησαν του αλκοόλ τα γράμματα, μη σκιάζεσαι. εγώ, παλιάτσος και τρελός, θ’ ακολουθώ.

Υ.Γ. Τελευταία ακούω μανιωδώς αντάρτικα. Με κατακλυζει μια συγκίνηση για την αφέλεια και την αμεσότητά τους [τι κοινότοπες περιγραφές, θεέ μου!]. Δεν ξέρω τι νέα εμμονή είναι αυτή. Μοιάζει όμως να έρχεται από ίδιες ατραπούς με τούτα τα κείμενα.

[παρένθεση]

Σεπτεμβρίου 9, 2008

όχι, δεν τελειώσαμε, λίγο καιρό ξαποσταίνει, μονάχα…

ζεν (μέρος β’)

Σεπτεμβρίου 5, 2008

το ζεν τούτο ουδεμία σχέσιν έχει με το «Ζεν» των, ούτως ειπείν, ανατολικών πολιτισμών, ήτοι ουδεμιά ομοιότης δεν υφίσταται με αυτήν την έκφραση του συρμού (της μοδός, που λένε). ίσα ίσα. το ζεν τούτο έρχεται από άλλον κόσμο και άλλο χρόνο, περιίπταται πάνω από φυλλωσιές, βουτάει σε πηγάδια και ηλεκτρίζεται κάτω από νύχια που ξύνουν νύχτες. το ζεν τούτο είναι η αδιανόητη στιγμή της εκρήξεως, προ της εκρήξεως· η απίθανη εκτόξευση της καρδιάς, ύστερα απ’ τον κατακλυσμό· το απρόσμενο «πάντα», το σβησμένο απ’ το λεξιλόγιο άπαξ δια παντός.

υπό αυτήν την έννοια, το παρόν κείμενο πάσχει από μια εγγενή αντίφαση – αντινομία, σε άλλα συμφραζόμενα – μιας και είναι αναγκασμένο να βάλει στη σειρά λόγια για το α-λόγον·να βάλει στη σειρά λέξεις για το ά-λεκτον· να μιλήσει, με λίγα λόγια (σικ!), για το ανείπωτο. η θεωρία τούτου του ζεν θα μένει πάντα αθεώρητη, ακριβοθώρητη κι εντέλει ακριβή.

αυτά τα ολίγα, για να εξηγούμαστε.

οι αρχαίοι σοφοί έλεγαν, σ’ απόκρυφα ασφαλώς κείμενα που δεν σώζονται ούτε για δείγμα, ότι το ζεν έχει τρεις κύριες ιδιότητες: την αταξία, την αφθονία και την ακρότητα. σκοπός τούτου του δεύτερου μέρους είναι να ορίσει κατ’ αρχήν τα στοιχεία αυτά, τα οποία – σύμφωνα με άλλα απόκρυφα κείμενα, χαμένα και του λόγου τους, προφανώς – δεν είναι διόλου τρία, αλλά τρεις χιλιάδες. Ας ξεκινήσουμε απ’ τα λεξικά, και βλέπουμε:

(α) αταξία:

αταξία η [ataksía] Ο25 : α.έλλειψη τάξης, κατάσταση ή λειτουργία γενικά ανώμαλη: Aνέλαβε ο ίδιος τη διεύθυνση της επιχείρησής του, για να βάλει κάποια τάξη στην ~ που επικρατούσε. || (ιατρ.) μυϊκή ~, η αδυναμία του οργανισμού να ρυθμίσει τις εκούσιες κινήσεις των μυών. ~ σφυγμού, αρρυθμία. β. πράξη άτακτη· παρεκτροπή: Mην κάνεις αταξίες γιατί θα τιμωρηθείς. Kατηγορείται για οικονομικές / για διαχειριστικές αταξίες, ατασθαλίες.

(β) αφθονία:

αφθονία η [afθonía] Ο25 : ποσότητα πραγμάτων μεγαλύτερη από όση χρειάζεται· υπερεπάρκεια. ANT έλλειψη: ~ αγαθών / από αγαθά. ~ υλικών μέσων. Yπάρχω σε ~, αφθονώ. Tο τελευταίο καλοκαίρι είχαμε ~ από φρούτα. H κοινωνία της αφθονίας, η καταναλωτική κοινωνία.

(γ) ακρότητα:

ακρότητα η [akrótita] Ο28 : α.πράξη, ενέργεια ή λόγος που ξεπερνά κάθε επιτρεπτό ή ανεκτό όριο: Δογματικές / ηθικές / πουριτανικές / γλωσσικές / ιδεολογικές ακρότητες. Οι ακρότητες της πρώτης επαναστατικής περιόδου ήταν αναπόφευκτες. Kατά τη διαδήλωση σημειώθηκαν επεισόδια και ακρότητες. Kαι ο πιο νηφάλιος στοχαστής μπορεί να φτάσει κάποτε σε ακρότητες. β. η ιδιότητα εκείνου που φτάνει στα άκρα, του ακραίου: H ~ του μηδενισμού.

ζεν (μέρος α’)

Σεπτεμβρίου 4, 2008

Κρύφιες σκέψεις, κρυμμένες λέξεις. Τα λιγοστά μου όρια εκτείνονται ως τη σιωπή και πάλι πίσω. Από το δείκτη στον αντίχειρα, φωνές και ψίθυροι. Κι ας θέλησα να σε δω πριν την καταιγίδα, γυμνή, καταμεσής της θάλασσας, να ανεμίζεις τη σημαία σου, τα τρομερά μαλλιά σου…

www.corps-et-ames.com

www.corps-et-ames.com

Είναι οι νύχτες που κερδίζεις το ασύλληπτο. Σε θυμάμαι κρεμασμένη από όνειρα, να κυκλώνεις τα δάση με τα φτερά σου. Σε θυμάμαι να κρατάς στη χούφτα σου τη σιωπή μου — και να φιλάς τα μάτια μου τα δακρυσμένα. Σε θυμάμαι να καίγεσαι από ζωή και να κερδίζεις πεθαμένους με το κοφτερό σπαθί σου. Κι αν σου μιλώ, μη σκιάζεσαι, πασχίζουν οι αραιές μου λέξεις να γραφτούν.

Φωτιά.
Της μέδουσας το βλέμμα πάγωνε μπροστά στα πύρινα πόδια σου. Ανοίγαν δρόμο τα πλατάνια για να πατήσεις. Και τα γεράκια έσκυβαν να πιούν από τα δάχτυλά σου: αίμα και νύχτα και ήλιο και βροχή. Γιατί σε γνώριζε το ολότελα και το ποτέ. Κι ακολουθούσαν, τρέχοντας, οι μέρες. Μπας και προλάβουν και σε δουν κι αυτές, γυμνή και ιδρωμένη.

Φωτιά.
Του γέλιου σου η σαϊτιά γκρέμιζε τα σκονισμένα μυαλά τους. Και μέναν όλοι με το στόμα ανοικτό και με κομμένη ανάσα. Βύθιζες τον ήλιο μέσα σε λίμνες — μικρές, μεγάλες, ποιος νοιάζεται;; Κι αν τους μιλούσες, άλλαζαν οι μοίρες και οι γωνίες.

Φωτιά.
Έπειτα ήρθε ένα ξερό ποτάμι. Κάτω απ’ τα βότσαλά του κρυφτήκαμε ένα μεσημέρι. Κανείς να μην μπορεί να πει, ν’ αγκομαχώ ανάμεσα στο δρόμο που έφευγε κι εσένα που λυπόσουν. Να λιώνω για μια λέξη σου και να πονώ σε κάθε «όχι» μου. Κοράκια έτρωγαν σάρκες απ’ τα μάτια μου. Θυμάσαι; Τον ήλιο μάζευες στο στήθος σου και μου τον έδινες κομμάτια. Γι’ αυτό σου λέω: θυμήσου πώς ταξίδευες πάνω σε σύννεφα, πώς έφερνες κοντά τους γαλαξίες, πώς κέρδιζες το «τώρα» σαν οπτασία.


Υ.Γ. όχι, δεν τα ‘χω ξεχάσει τα τριαντάφυλλα…

Leonard Cohen: How to Speak Poetry

Μαρτίου 25, 2008

Take the word butterfly. To use this word it is not necessary to make the voice weigh less than an ounce or equip it with small dusty wings. It is not necessary to invent a sunny day or a field of daffodils. It is not necessary to be in love, or to be in love with butterflies. The word butterfly is not a real butterfly. There is the word and there is the butterfly. If you confuse these two items people have the right to laugh at you. Do not make so much of the word. Are you trying to suggest that you love butterflies more perfectly than anyone else, or really understand their nature? The word butterfly is merely data. It is not an opportunity for you to hover, soar, befriend flowers, symbolize beauty and frailty, or in any way impersonate a butterfly.

Διαβάστε τη συνέχεια αυτής της καταχώρισης »

Γιατί…

Δεκεμβρίου 21, 2007

… όταν συνατιόμαστε, τα μάτια μας μιλάνε, όσο τριγύρω ακούγονται φωνές ανθρώπων τυχαίων ή μη, και θόρυβοι τυμπάνων γνωστών ή άγνωστων…

τα μάτια μας μιλάνε
πλάι στα χέρια της
που γράφουν
στον αέρα
μικρούς θανάτους

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.