[εκδίκηση]
Ιανουαρίου 4, 2011
Ερχόταν από μακριά, δηλαδή απ’ τον διπλανό δρόμο. Τα βήματα χάνονταν στα υγρά σοκάκια, η άσφαλτος ξυπνούσε αρχαίες μνήμες. Τα περίμενα όλα, μόνο την καθήλωση δεν είχα προβλέψει. Κι ανέτοιμος είμαι πάντα στην εκδίκηση του κορμιού. Όλα τα εμπόδια και όλα τα αγκάθια έχουν την ίδια όψη. Το σκισμένο δέρμα, το ανάπηρο βήμα, ο πόνος της σάρκας, το αγκομαχητό της ανάσας… Ακόμα και η παγωνιά ταιριάζει με την κάθε μέρα. Δεν διάλεξα όλη τη μοναξιά· αυτή με διάλεξε. Η εποχή του θάρρους παραλύει μέσα στο χιονισμένο κελί. Στην επικράτεια των συμπτωμάτων ορθώνονται τοίχοι που δεν τους πιάνει το μάτι. Τι θέλησα; Μονάχα την άγρια αγκαλιά. Το σκοτεινό της βλέμμα. Μια φωτιά να καίει τις ημέρες και να πυρπολεί τις νύχτες. Κι η δύναμη γίνεται ερημιά και ερείπιο. Τι θέλησα; Μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά της. Το ξυραφένιο της όνομα.
[...]
Δεκεμβρίου 30, 2010
εξορία: λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα πια,
ριγμένοι τοίχοι και ρωγμές, ο θάνατος να γυροφέρνει,
ηχώ της φωνής μου σαν νεκρώσιμη ακολουθία,
μια αηδία να σακατεύει τη γλώσσα, να αδειάζουν τα μπουκάλια:
ικριώματα όπως ανέκαθεν, σαν
άρρωστα χέρια που άδειασαν απ’ όλο το σώμα.
[αμετάκλητο]
Δεκεμβρίου 29, 2010
αλλάζει ο κόσμος χρώμα, χρόνο και μυρωδιά, όχι τα
μάτια: τα βλέφαρα κάηκαν απ’ το σκοτάδι και δεν αντέχουν την
ερημιά. αλλάζει ο κόσμος πρόσωπο και ήθος, μένει μόνο
το ύφος και το ύψος, το τέρμα που κλείνει και η παρωδία.
άνυδρος ύπνος, γεμάτος οργισμένα φίδια, το
κρύο κι η παγωνιά ανάσες στο φλογισμένο δέρμα.
λαιμητόμοι: φυσικά μόνο οι λέξεις μένουν ίδιες,
ηρωικών μαχών απαίσιες αναμνήσεις, ηττών δηλαδή και
ταπεινώσεων· δεν μένει τίποτα πια παρά μονάχα η σιωπή:
ολόλευκες νύχτες με περιμένουν για την τελική κατάβαση.
[η πρώτη και η τελευταία]
Δεκεμβρίου 29, 2010
πώς
κρατάς στα χέρια
σου το μυαλό μου;
στα μικρά
μικροσκοπικά
σου χέρια
όλος ο κόσμος χάνεται
όλος ο κόσμος ξεψυχά
όλος ο κόσμος λιώνει
εγώ
λέω, ξανά, «εγώ»
κι ας μη σημαίνει τίποτα
ή ίσως τα
πάντα
εγώ, λοιπόν,
κοιμάμαι και
ξυπνώ
με τη σκέψη σου
να κρέμεται απ’ τα βλέφαρά μου
πώς
έγινε πάλι
η πρώτη μου
σκέψη
και η τελευταία
να είσαι εσύ;
[κλειστόν]
Δεκεμβρίου 28, 2010
καραδοκεί η απελπισία, μέσα
σε σκονισμένα βιβλία κι άγραφα τετράδια
κάτω απ’ το παράθυρο μαζεύονται
οι πόνοι και περιγελούν τις ώρες
παραμονεύει το θηρίο, βουβό
και πεινασμένο, λύκος ανήμερος, με κοφτερούς
κυνόδοντες
κομματιάζονται όλα τα όνειρα κι
οι ματωμένες λέξεις σιωπούν, όπως πάντα
να σε κοιτώ, περίλαμπρη, στο
μαύρο φως του παραθύρου, τυλιγμένη
χρυσό ιδρώτα και σκοτεινή ομορφιά
να σε κοιτώ μέχρι να καούν
τα μάτια μου
να σε κοιτώ μέχρι να πυρποληθούν
οι κουρτίνες
να σε κοιτώ μ’ αυτά τα καρφωμένα
βλέφαρα
να σε κοιτώ μέχρι
να τελειώσουν όλα μου
τα βλέμματα
[παρενθέσεις]
Δεκεμβρίου 28, 2010
Πέρασες.
Περιπλανήθηκες στο μυαλό μου.
Πυρπόλησες τα καλώδια, τους τοίχους και τα λαμπιόνια.
Μετεωρίζομαι πάνω σε μια μισοτελειωμένη πρόταση.
Κρεμιέμαι πάνω σε ένα «γιατί» ή απλώς ένα ερωτηματικό.
Με σακατεύει η προσμονή του τίποτα.
Με ακρωτηριάζει η αποκεφαλισμένη ελπίδα.
Το τέλος είναι τέλειο: δηλαδή οριστικό και πανέμορφο.
Τουτέστιν, τόσο αμετάκλητο όσο και τα υπέροχα μάτια σου.
καιρός του απολογισμού
Δεκεμβρίου 27, 2010
Ο καιρός του απολογισμού δεν έφτασε ακόμα. Αναμονή. Μόνο η παρωδία του κλωθογυρίζει σελίδες και χαρτιά: λευκά βράδια, πασπαλισμένα με σκόνη, στάχτη και μελωμένη θλίψη. Τόσα χρόνια η ίδια ιστορία: το μήνα αυτό, τον εορταστικό, οι κρεμάλες πολλαπλασιάζονται. Τετριμμένες σκέψεις· αφόρητα ίδιες, σαν το κλειστό παντζούρι, τη μούχλα που στάζει απ’ το ταβάνι και τις καρφωμένες λέξεις στους τοίχους. Μία φιάλη μόνο λείπει, αλλά θα διορθωθεί κι αυτή η αδικία. Μόνο ο φλεγόμενος χορός σου λείπει από το κομμένο μου κεφάλι. Αυτή η αδικία δεν διορθώνεται.
Θυμάσαι που κάποτε τα φλεγόμενα βήματά σου γκρέμιζαν τον κόσμο; Να σε δω να χορεύεις πάλι πάνω στο τραπέζι μου κι ας τελειώσουν όλα τα λόγια, ας πάψουν όλα τα πρωινά. Οι έγκλειστοι ζουν το ξημέρωμα: μας βρίσκει στου δρόμους που τέμνουν το δωμάτιο και εγκλωβίζουν τις σκέψεις. Αναπηδά η καρδιά, ταραγμένη απ’ τη χαμένη ομορφιά. Θρηνητικά μεσάνυχτα.
Η ερημιά και η βροχή: να ζητώ μόνο τον ιδρώτα της και το σπασμό της. Οι ωραίες λέξεις είναι μάρτυρες της ήττας.
θεωρία (ε)
Δεκεμβρίου 25, 2010
Το πρόβλημα είναι ότι οι λέξεις μαραίνονται σαν τα τριαντάφυλλα: κάθε τους γράμμα ένα πέταλο πιο κοντά στο θάνατο. Ο χρόνος υπάρχει για να τις εξανεμίζει, να τις παρασέρνει ως τα βάθη της χαμέρπειας, να τις βυθίζει στο βούρκο της ακινησίας. Όπως και τα τριαντάφυλλα, οι λέξεις ζουν μέσα σε βιτρίνες ψυγείων περιμένοντας να πάνε να πεθάνουν. Τα βάζα τους είναι επιστολόχαρτα. Το νερό που τις τρέφει είναι στάσιμο: το αμετάκλητο της χειρονομίας τους βαλτώνει τις πιθανότητες και τα ενδεχόμενα. Όπως τα τριαντάφυλλα τελειώνουν μέσα σ’ ένα βρώμικο βάζο, έτσι οι επιστολές δεν αρχίζουν ποτέ τίποτα (ακόμα και όταν μοιάζουν αφετηρίες ταξιδιών ή νέων δρόμων). Οι επιστολές πάντα κλείνουν κάτι (ακόμα και όταν ανοίγουν). Πάντα βρίσκονται στο τέλος ενός μισοφτιαγμένου δρόμου: περιφέρονται πέρα απ’ την άσφαλτο, ανάμεσα σε μπάζα και σκόνη. Στο τέλος, πέφτουν κι αυτές, σαν τα μαραμένα φύλλα, στον γκρεμό.
Τα τριαντάφυλλα εντυπωσιάζουν. Ενίοτε συγκινούν. Έτσι και οι επιστολές. Είναι το αναπάντεχο που τις κάνει τόσο σαγηνευτικές — όχι το περιεχόμενό τους. Ταχυδρομημένες ή όχι, οι επιστολές τραβούν μια κάθετη γραμμή στο χρόνο: είναι μια λάμψη, μια αστραπή που σκίζει στη μέση τη μέρα. Διαρκούν, όμως, τόσο μόνο. Σαν τα τριαντάφυλλα που γρήγορα θα μαραθούν, έτσι και οι επιστολές θα καταλήξουν σύντομα στον πάτο ενός συρταριού (στην καλύτερη περίπτωση, στο κομοδίνο… στη χειρότερη, στην αποθήκη).
Το τέλος, πάντως, έρχεται ανεπαίσθητα. Οι έγκλειστες λέξεις σβήνονται πια, αφού κανείς δεν τις διαβάζει. Η σκόνη που γεμίζει τα κενά εκτοπίζει τις σημασίες. Το μελάνι είναι δηλητήριο: σκοτώνει τις επιστολές, όπως το νερό τα τριαντάφυλλα. Το κομμένα άνθη και οι επιστολές είναι ζωντανοί-νεκροί που σέρνονται ως το θάνατο. Το πρόβλημά τους είναι πως δεν γνωρίζουν ότι είναι στ’ αλήθεια πεθαμένοι. Γι’ αυτό και τα τριαντάφυλλα και οι επιστολές είναι γεμάτα ελπίδες που σβήνουν και όνειρα που γίνονται εφιάλτες.
[τριαντάφυλλα]
Δεκεμβρίου 25, 2010
Τα τριαντάφυλλα έπρεπε να ‘ναι καμένα. Σαν τις μέρες που πέρασαν και τους μήνες που έρχονται. Τώρα μιλάει η σιωπή, σαν λαιμητόμος. Μόνο τις ίδιες λέξεις έχω, μόνο τις ίδιες φυλακές. Κι έτσι κλείνουν οι επιστολές, αμετάκλητα αυτή τη φορά. Σαν το τέλος και το θάνατο. Χωρίς δρόμους, δρομάκια και επιστροφές.
[πράξεις]
Δεκεμβρίου 24, 2010
πισθάγκωνα δεμένες οι μέρες
περιμένουν τη λαιμητόμο να τις λευτερώσει.
ρίχνονται απ’ το παράθυρο οι σκέψεις
ρέει η χολή και η μανία: κλειστά τα όρια και τα μάτια.
άκαιρα όλα, ανύποπτα βήματα, ανέστιος, όπως πάντα,
άλυτος γρίφος κάθε βήμα και κάθε αναστεναγμός.
ξάφνιασμα απ’ το βαθύ, μαύρο αίμα, το πάντα ίδιο,
ξύπνημα αλλοπρόσαλλο και ματωμένο: κλειστόν!
ελίσσονται οι στεναγμοί και σφίγγουν το λαιμό μου,
ερχόμενος από αλλού, να επιστρέψω πάλι πίσω.
ικριώματα, λοιπόν, που στρέφουν κι επιστρέφουν,
ικμάδες που δεν μένουν ούτε για μια νύχτα.
σάβανα γενικώς και χιόνια από παλιά συνηθισμένα,
σέρνονται οι ώρες πάλι κι ας πάλλεται η ψυχή σαν αποκεφαλισμένη.
[γιορτές]
Δεκεμβρίου 24, 2010
σφίγγουν οι ώρες το τραπέζι, αλλά, ευτυχώς, υπάρχει το κρασί, το βαρέλι και η φωτιά: καπνοί κι ομίχλες που σώνουν τη νύχτα απ’ την αυτοκτονία. μαζεμένα πτώματα, στόματα και περιττώματα. όπως και να το κάνεις, είναι άλλο πράγμα να τριγυρίζεις μόνος τα σοκάκια της πόλης και άλλο να ριζώνεις σε μια καρέκλα και να σε χτυπούν τ’ ασήμαντα στόματα με τη φλυαρία τους. τα υπόγεια δεν σε σώνουν πια· η μοναξιά είναι ευθυτενής.
γιορτές, σου λέει. νοσταλγείς τον τόπο της εξορίας, τη νησίδα, τη μαύρη κάμαρα. περασμένες εποχές, όπως πάντα. το παρόν, εκτοπισμένο, περιφέρεται κατάστικτο από τη χαμένη αγκαλιά. το παρόν σημαδεύεται από το μισόκλειστο βλέφαρό της. να θυμάται, άραγε, το καρφωμένο μαχαίρι καταμεσής του τραπεζιού; να σκέφτεται, τάχα, τις παλιές ημέρες της φωτιάς;
και τι θα γίνουμε τώρα χωρίς την πυρκαγιά μέσα στο κρεβάτι; τι θα γίνουμε μ’ αυτή τη μαύρη αρρώστια κατάστηθα; τι, λοιπόν, θα γίνουμε χωρίς την παλιά κατάμαυρη λέξη;
θεωρία (δ)
Δεκεμβρίου 23, 2010
Οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια σκαλοπάτια. Όπως πάντα, εορταστικό το κλίμα, το δωμάτιο κλειστό, τα «χαρούμενα» πρόσωπα, κάθε που βγαίνεις στο μπαλκόνι, για να ανιχνεύσεις τη μυρωδιά της πόλης. Η οσμή που περιφέρεται πάνω απ’ τα κεφάλια είναι φωτιά: οι πλαστικές μέρες φέρνουν πλαστικά όνειρα και ρημαγμένα σχέδια. Τα χρωστούμενα είναι λίγα, ελάχιστα. Ο εκτοπισμός ανακυκλώνεται, λες και η εποχή είναι σημαδεμένη απ’ το χρώμα του. Πάλι αυτό το μήνα πρέπει να μαζέψεις τα θρυμματισμένα κομμάτια και τα σκοτεινά ερείπια.
Βέβαια, ήταν ανέκαθεν γνωστό ότι κάπως έτσι θα γραφόταν η τελευταία σελίδα: η αιώνια πρώτη. Ανακυκλώνεται το αίμα κι οι νέες λέξεις που μου έμαθες κλεισμένες στο συρτάρι μου. Δεν γλιτώνουμε απ’ το θάνατο έτσι εύκολα, καρδιά μου. Κι αν μου λείπουν τα πρωινά, οι λέξεις, τα γράμματα και τα μεσημέρια, θα «ζω» πάντα στις σκοτεινές γωνιές της άγνωστης πόλης, στα μαύρα μεσάνυχτα της «ζωής» και τις βραδιές μας. Στοιχειωμένα χέρια, καίγονται μακριά απ’ το δέρμα σου.
[χασμωδία]
Δεκεμβρίου 22, 2010
η «βουτιά στο παρελθόν» έσπασε: τώρα το τέλος πρέπει να βιωθεί σαν ματωμένο ξημέρωμα. η ανάλυση και η φθορά πήραν τέλος, συνηθισμένα τα βουνά. μόνο η ομορφιά δεν έπρεπε να είναι έτσι υπέροχη, μόνο τα μάτια της δεν έπρεπε να χαρακώνουν το δέρμα μου. τουλάχιστον, τα λόγια τέλειωσαν: αυτή τη φορά επειδή ξεχύθηκαν όλα και έπεσαν στο πάτωμα. όπου πάτησε, μια πύρινη ερημιά. όπου πέρασε, μια μαύρη τρύπα. σαν τη χασμωδία στο στήθος μου. το φίδι κουλουριάζεται και μου χαμογελάει. τώρα όμως ξέρω πως, αν δεν το πιάσω απ’ το λαιμό, δεν θα ΄χει αύριο. προτάσεις άλλες δεν κάνω, προσθήκες δεν χρειάζονται να γίνουν. ή θα υπάρξει κάτι πέραν του τέλους ή θα γίνει το τέλος παρόν και τώρα και πραγματικότητα.
[μηροί]
Δεκεμβρίου 21, 2010
παρενθέσεις: η εποχή της θηλιάς αναμετράται με την εποχή του θάρρους. μάχη μέχρι τελευταίας πτώσης, ή αλλιώς: μάχη πάνω στη λεπίδα του ορίου. τα σύνορα ξεβράζουν όλα τα σκοτεινά λιμάνια και τα μαύρα φύκια. όμως μόνο ένα πράγμα θέλω: να βάλω σε όλα φωτιά: και πρώτα απ’ όλα στο μυαλό μου. να κρεμαστώ απ’ τα μαλλιά σου, να ξαπλώσω λίγο στη μασχάλη σου, να χαράξω στο δέρμα σου τ’ όνομά μου. να ξαναβρώ, έστω για λίγο, το αίμα στα χείλη σου, το άρωμα στο λαιμό σου, την υγρασία στους μηρούς σου. οι μηροί σου: μοίρα και μοιρολόι.
Κι αν σκοντάφτω πάνω στη γδαρμένη μου σάρκα, μη γελάς.
Κι αν τα συμπτώματα δυσκολεύουν το βήμα μου, μην τρομάζεις.
Έχουμε καιρό γι’ αυτά.
[πρόοδος]
Δεκεμβρίου 21, 2010
«διαλεκτική σε στάση»: οι δρόμοι ανοίγουν μόνο όταν κλείσουν όλα τα ενδεχόμενα, το αδιέξοδο σπάει μόνο όταν σπάσουν όλοι οι διάδρομοι. ο εκτοπισμός δεν ξέρει νέες λέξεις, καινούργια γράμματα γεννάει η εξορία κάτω απ’ το παλιό φεγγάρι. ξεπλένεται το χθες σαν χημική ουσία· καίγεται το αύριο σαν ανομολόγητο πάθος. ο ουρανός που χαμηλώνει έξω απ’ το παράθυρό μου θέλει θάρρος.
Το χέρι που κλείνει τις μέρες μέσα στη χούφτα του, σφίγγει το μυαλό. Το σχήμα της εγκλωβίζεται πίσω από κάγκελα. Οι μέρες είναι ανήμερες. Πφ! Λογοπαίγνια. Οι εξελίξεις τρέχουν σημειωτόν. Να περιπλανηθώ στο κορμί της κι ας πάει να γαμηθεί ο κόσμος. Να ενωθούν οι οσμές κι ας πάει στο διάολο η αυριανή μέρα.
















