πρωτοχρονιάτικο

Ιανουαρίου 1, 2009

μας κερνά ο χειμώνας θλίψη και φωτιά,
ελπίδες ροκανίζοντας και φράχτες,
μας φέρνει δώρα άδωρα το χιόνι
και μας γεμίζει τα μαλλιά με στάχτες

σταλαγμίτες έφτιαχνε το αίμα
και ο Δεκέμβρης γονάτιζε απ’ το βάρος,
ολάκερη εποχή κι ολόκληρη πόλη
γυμνώθηκαν για να περάσει ο χάρος

στα πεζοδρόμια μετρώ τ’ αρχαία βήματα
πάνω σε πλάκες μουλιασμένες μ’ έρωτα,
με κόκκινη μπογιά και μαύρο τρόμο
και συνθήματα αιώνια ανένδοτα

γυρνώ στους δρόμους και συλλέγω
σημαίες που ξεχάστηκαν, σκισμένα
πλακάτ και πέτρες άστοχες και μόνες,
γυρνώ στους δρόμους και μαζεύω
σπόρους καπνού και μυστικά κρυμμένα,
να ‘χω προμήθειες για νέες εποχές και νέους χειμώνες.

αυτές οι μέρες
–αυτόν τον Δεκέμβρη–
δεν έχουν λόγια
δεν έχουν ήχους
μονάχα άναρθρες κραυγές
και κρότους
μονάχα ουρλιαχτά
και βόμβες
μονάχα βογγητά
και σπασμένες βιτρίνες.

Λιντσάρισμα στις λέξεις! Ιδού το χρέος
των ποιητών…
Στραγγαλισμά των ήχων! Ιδού το καθήκον
των μουσικών…

φύλακες συνόρων

Δεκεμβρίου 5, 2008

αναπολήσεις

Σε βρήκα μέσα στην ορεινή ομίχλη, την ώρα που
ύστατα δευτερόλεπτα γλιστρούσαν στο παράθυρο, κι ατμοί
ναρκοθετούσαν τ’ απομεσήμερο του ταξιδιού. Σε βρήκα,
ολόλευκη μες στην καταχνιά της λίμνης, σύννεφα να μαδάς,
ριπίσματα φωνών κι ασμάτων να συλλέγει. Σε βρήκα,
απρόσμενα να περιμένεις την απαντοχή που δε σου είχα υποσχεθεί.

bendmeovertumblrcom-1

Υ.Γ. τι κι αν δεν υποσχέθηκα;
η σάρκα φέρει ακόμα
ακόμα την πληγή
εκεί που γδύθηκες πρώτη φορά

ματωμένα χείλια

Μαΐου 26, 2008

πάλι τα ίδια

τα χείλη μου έγδαρα πάνω στο κορμί της

τα χείλη μου κόλλησα πάνω στο ξυράφι

κι όταν οι καύλες έκλαιγαν πάνω στα πτώματά τους

έγλειφα, έγλειφα το αίμα που χυνόταν

κι έριχνα χούφτες αλκοόλ

στα μάτια της πληγής

στο στόμα της ανάγκης

να κοιμηθεί επιτέλους το θηρίο

να σαρωθεί για μια στιγμή ο θάνατος.

γεωγραφία (2)

Μαΐου 16, 2008

Τα πεζοδρόμια μυρίζουν θλίψη. Αφουγκράζονται, χρόνια τώρα, πατήματα, πεσίματα και δάκρυα. Αφουκράζονται και περιμένουν. «Μην καρτεράτε άλλο πια»… τραγουδούσε κάποτε εκείνος, ο άπατρις, ο ανέστιος, ο ασεβής. Κι ύστερα κρεμάστηκε κι αυτός… Καραούλια ακόμα στήνουν τα πληγωμένα πεζοδρόμια, δακρύζουν κίνδυνο και παρελθόν. Ξερνάνε σύριγγες κι ιδρώτα, σημαίες και λόγια και γράμματα. Κάθε φορά που ξεφλουδίζει η λευτεριά απ’ τους τοίχους, ανοίγουν, αθώα και αγέρωχα, την αγκαλιά τους. Όλοι οι αλήτες του κόσμου τα ξέρουν με το μικρό τους όνομα. Συνομιλίες με το θάνατο, κάτω από φώτα νέον, τζαμαρίες και δερμάτινους καναπέδες.

Οι λόφοι μείναν και τα πεζοδρόμια. Οι δρόμοι άλλαξαν ρότα, απέκτησαν νέες στροφές και νέες συνήθειες. Το μακιγιάζ τους παλιά πουτάνα που φύτεψε ψεύτικο μουνί και το ‘βγαλε στο δρόμο να κονομήσει. Στο βλέμμα του Στρέφη καθρεφτίζεται το αιώνιο δάκρυ. Μην κοιτάς! Όσο κι αν προσπαθείς, οι δρόμοι έχουν ονόματα γραμμένα σε γλώσσα άγνωστη. Μόνο καμιά γριά μπορεί να θυμάται πώς τους λένε — αυτή που γυρίζει απ’ τη λαϊκή με τον αρχαίο της καλάθι. Ρώτα, αν θες, τους γέρους που καπνίζουν στα σκαλιά του γηροκομείου. Θα σου πουν δε θυμοούνται. Κι όμως ποτέ δεν ξέχασαν…

Στους πεζοδρόμους ανθίζουν ακόμα νερατζιές. Κάτσε κάτω από μία και μέτρα τα βότσαλα που πέφτουν απ’ τις ταράτσες. Στα πεζοδρόμια ανθίζουν μαχαίρια και απόκρημνες βουνοκορφές.

To be continued…

γεωγραφία

Μαΐου 13, 2008

Ήρθαμε αργά εδώ, πολύ αργά. Στους δρόμους που περπατήσαμε νέοι. Στα στενά που τρέξαμε και αγαπήσαμε και κλάψαμε. Λησμονημένη νιότη, γλιστρήματα. Τριανταρίζουμε κι επιστρέφουμε. Επανεκκίνηση εκεί απ’ όπου όλοι φεύγουν τρέχοντας. «Ποιότητα ζωής»: αλλοπαρμένοι νεογέροι μετακομίζουν πανικόβλητοι για τα «προάστια». Κι εμείς που μεγαλώσαμε εκεί — μέσα στο «πράσινο» — διαλέγουμε το γκρι, μπας και χτίσουμε κάτι σαν «ζωή» πάνω στα ερείπια. Παρωχημένοι; Ανεπίκαιροι;

Μ’ αρέσει που οι πολυκατοικίες ρίχνουν σκιές ανύποπτες. Που δεν ξέρεις αν ξημερώνει ή αν νύχτωσε. Ησυχία μπλεγμένη με θορύβους, πουλιά και εξατμίσεις. Καναπέδες δερμάτινοι, πορτοκαλί και μπεζ, μια παγωνιά. Μα τι να κάνεις; Ήρθαμε εδώ αργά, πολύ αργά κι είναι νωρίς, πολύ νωρίς για δράματα και κλάματα και τραύματα. Οι τοίχοι μου λευκοί ακόμα κι οι κουρτίνες δεν ήρθε ώρα να κρεμαστούν. Αργοπορεί το «άρχισε» και το «ξεκίνα». Σ’ ένα δωμάτιο κρυμμένα πτώματα και σώματα και χώματα.

Στους τοίχους ανθίζει η γριά λευτεριά.

To be continued…

Απριλίου 22, 2008

κι εκείνη δεν εμίλησε
ανάγνωση μονάχα

του ποτηριού μου τις κραυγές δεν άουσε
δεν έσμιξε σε νέα μονοπάτια

μα η αγάπη που λυσσομανά
κι ο έρως της νυχτός
μας θέλγει…

μετά τη φωλιά της

Απριλίου 18, 2008

Ορίστε τώρα.
Λαμβάνουμε μηνύματα καπνού κι απάτης,
εξαπάτησης κι αγάπης.
Εμείς οι ανέστιοι, εμείς οι έγκλειστοι!

Αδημονούσαμε ολημερίς
(με κάτι κρίνα θολωμένα από δίπλα
να τσαλαπατούν τις σκέψεις μας)
για ένα καταφύγιο, μια θλίψη νέα ίσως.

Από νωρίς μας μάτωνε ο ήλιος
και μια δυσοίωνη ραθυμία.

Ορίστε τώρα.
Φυματικοί κι ανάπηροι εκκλιπαρούμε νύχτες σιωπής,
νύχτες γεμάτες βαρέλια αλκοόλ
και ποταμούς ονείρων.
Κι εκείνη
– η εφευρέτρια της σιωπής –
μας εγκαλεί για έλλειψη
για αποχή και σκότος.
Εμάς τους ανέστιους!
Εμάς τους έγκλειστους!

Εμάς τους παλιάτσους!

στη φωλιά της

Απριλίου 14, 2008

Πρώτα μας πλήρωσε τα ποτά και μετά μας παρέσυρε στη φωλιά της. Εκεί, ξαπλωμένη στη γωνιά της έβγαζε απ’ το στόμα της μέλι και καπνούς, ομολογώντας παρελθόντα και ξορκίζοντας κακά μελλούμενα κι αόριστα. Στα πλακάκια η σκιά της έσερνε τις παλιές αλυσίδες, από καιρό σκουριασμένες. Κι αντί να τρομάξουμε, λαχταρούσαμε τα χέρια της και στις σιωπές της τρέμαμε μήπως πάψει να αγκαλιάζει. Βουτηχτές, στα τρίσβαθα των ματιών της, ήρθε η ζέστη της νύχτας να μας κυκλώσει.

black is beautiful

Μαρτίου 22, 2008

Είναι που οι φωτογραφίες με ματώνουν. Αλλιώς τώρα θα σ’ είχα κολλήσει εδώ να σε βλέπω και να μη χορταίνω. Αυτό το κομμάτι που πήγες κι έκοψες [τρελή!] εγώ συνεχίζω να το βλέπω και προφίλ και ανφάς. Ώρες ώρες αναρωτιέμαι αν θα συνεχίσει για πάντα (;) να σπαρταράει στα όνειρά μου. Τρελή! Τι πήγες κι έκανες… Αν ήξερες όλα μου τα αχ, όλες τις νύχτες που ακροβατούσα πάνω σ’ αυτό που τώρα δεν υπάρχει. Τι να γίνει, είμαστε έρμαια των σιωπών μας. Νόμος!
Απόψε έκλεισα τη φλυαρίες κι έβαλα μελωδικές φανφάρες. Ο Διονυσίου θα με λιγώνει πάντα. Έχω άραγε ένα τραγούδι που να σε θυμίζει ή σε θυμίζουν όλα; Μπα. Γλυκανάλατες αηδίες. Μάλλον το ουίσκι θα φταίει.

Πώς γίνεται…

Φεβρουαρίου 9, 2008

Πώς γίνεται δυο μάτια να γεννούν όλη τη νοσταλγία και όλη την πλησμονή;

Πώς γίνεται δυο χέρια να θυμίζουν όλο το παρελθόν κι όλο το μέλλον;

Πώς γίνεται όλα τα λόγια κι όλοι οι άνθρωποι να είναι σκιές σιωπής και άρρωστα ομοιώματα;

Αφιέρωση

Ιανουαρίου 30, 2008

Επειδή της σιωπής οι δεσμοί γεννήσαν βραδινές ευχές και πρωινές θλίψεις, στ’ αφιερώνω…

«Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα»

ατρόμητα τα μάτια της, σαν τα χέρια της, σαν το
γαμήσι που μετεωριζόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
άδικοι κόποι; όχι! τι να καταλάβουν οι βάρβαροι, όταν ξεσκίζονται τα μάτια;
πυρακτωμένα μάτια, αληθινά σαν κόλαση, καθαρά σαν πόνος… και καυλωμένα από
ηδονικών απομεσήμερων αναμνήσεις.

ονειρεμένο κορμί, στις καμπύλες σου η ανάσα
μου αργοπορεί, αγκομαχά, και στου μουνιού το τρίχωμα τ
ο μάτι μου δακρύζει, προσμένοντας
ρινίσματα σπέρματος και πίδακες υγρών. ερεθισμένα όργανα
φυτρώνουν κάτω απ’ τα σκεπάσματα. ζητιάνεψα ηδονές άδολες, ταξ
ιδεύοντας πάνω στη γύμνια σου. και στις φωτογραφίες σου
άνοιξα διάπλατα τ’ απέραντο.

ΣΟΝΕΤΤΟ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ.15
(Η χρήση χυδαίων λέξεων)

Εγώ ο άμετρος, που ζω μετρίως, στα τρία μου
σας γράφω, φίλοι να το ξέρετε! Σο-
βαρά ποθώ χυδαία να σας ξεχέσω
- ανάγκη δεν σας έχω… μήτε χρεία μου!

Στο πήδημα τα λόγια φτιάχνουν καύλα:
το χαίρεται ο γαμιάς να λέει γα-μή-σι
- κι αυτός, που λέξεις έχει να σκορπίσει,
ποτέ του δεν θα κοιμηθεί σε τάβλα.

Γαμίκουλες καλούς η γλώσσα θα ‘χει στέψει,
μόνο όταν το κοράσι τους πιπώσει
στεγνά κι αγρίως -κοντά στο νου κι η γνώση.

Στεγνός στο πνεύμα μόνο μην και μείνω!
Η τέχνη του άντρα λέει: γαμώ με σκέψη∙
κι η πολυτέλεια: να γελάω, όταν χύνω!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
Από το βιβλίο ΣΑΟΥΝΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΥΣΙΑ, Ύψιλον, Αθήνα 2005, σελ.43

Σημείωση: επειδή καθυστερεί το νετ και η ανάρτηση της νέας, αντίστροφης, τριλογίας, μια μικρή παρένθεση με λόγια μεγάλων ανδρών…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.