αποφάσεις

Αυγούστου 15, 2008

θα αλωνίζω πάνω από τραπέζια γεμάτα αλκοόλ
και θα πέφτω σε υπονόμους μαζί με τρύπιες δεκάρες

θα κρύβομαι πίσω από νερατζιές, ψιθυρίζοντας
ανάπηρα ποιήματα και παλιά ποδοσφαιρικά συνθήματα

θα παίρνω πάντα τον άδειο δρόμο, το δρόμο της σκιάς
σε έγκλειστες σιωπές και ριγμένα ερείπια

θα ξεχνώ το κοστούμι κάτω απ’ το κρεβάτι
και τη γύμνια μέσα στα δάχτυλά της

θα ξενυχτώ μέσα σε ποτήρια και άδεια μπουκάλια
και θα σέρνομαι από υπόγεια σ’ υπόγεια

θ’ αναζητώ μικρές ελπίδες, κάτω από μαραμένα γιασεμιά
και θα ξυρίζω φλέβες τρομαγμένες

θα προτιμώ τη χλεύη και την ερημιά
ξερνώντας όλα τα πλαστικά τους λόγια

θα προτιμώ την αφασία και την έχθρα
θα λέω τα πράγματα με τ’ όνομά τους:

πούτσες, παπάρια, μαλακίες, σκατά
και μουνί, και γαμήσι, και καύλα και «άντε γαμηθείτε επιτέλους»…

erection

Μαΐου 12, 2008

γεμίζει ο τόπος αγκάθια:

στύσεις, πτήσεις κι αιμοπτύσεις

[ανοίγω λεξικό ]

διαχύσεις, εξαρτήσεις, μιμήσεις

μυήσεις [αρχαίες ενάρξεις]

εξομολογήσεις [πάνω από ουίσκι, για μια παιδίσκη - μονίμως!]

αιτήσεις [άνευ χαρτοσήμου]

κλίσεις

κλήσεις

κρίσεις

[αυτό!]

κρίσεις άκριτα κρυφές

και (π)λήξεις

(εκ)ρήξεις

παραιτήσεις, μωρέ…

το «τώρα»

Μαΐου 10, 2008

ήμουν, που λες, κλειδωμένος

σε καταγώγιο ανώφελο

και ξένο…

και πάνω απ’ το κεφάλι μου

κρεμάλες με περιγελούσαν

σαν μουσική…

της νύχτας κομμένα πόδια

και ιστορίες αλλόκοτες

ριγμένες στη θολωμένη φαντασία μου…

φωνές και αγκομαχητά

φωνές που μπλέκονταν με ξεχασμένα βογκητά

κι αυτό το «αχ»

να παρακαλεί

«γάμησέ με»

«τώρα»

εμένα

που έσβησα απ’ το λεξικό

το «πάντα»

το «ποτέ»

μα πιο πολύ

το «τώρα»…

κούραση

Μαρτίου 4, 2008

6172433-md.jpg

αποσταμένος
γύρισα καβάλα πάνω σ’ ένα μαύρο σύννεφο
κατάκοπος απ’ όλα τα λόγια, όλα τα σάλια

ευτυχώς είχα προνοήσει
και βρήκα το παντζούρι μου κλειστό
τις πόρτες κλειδωμένες
της αγαπημένης μου σκιάς τ’ αγκάλιασμα
απλήρωτο θα μείνει

η πόλη απόψε μύριζε κατάκαρδα άνοιξη
κι εγώ κατάσαρκα φορούσα μια πληγή

κι ύστερα άρχισα να παραμιλώ
«πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να γδυθώ τις σάρκες μου»
«πόσο θα ‘θελα να πυρπολήσω το μυαλό μου»

αν δεν ήταν κατεβασμένο το παντζούρι
τώρα θ’ ακροβατούσα στο περβάζι

απόψε είναι να λιώνεις πριν την ώρα σου

παραληρήματα, λοιπόν, ταπεινωμένες προσευχές
ελπίδες όχι
ούτε όνειρα
μόνο να σ’ άγγιζα απόψε κι ας μας έπαιρνε ο διάολος

να ‘ρχοσουν μια στιγμή
και να μου πρόσφερες
για μαξιλάρι
το αιδοίο σου
αυτήν την άσαρκη σάρκα
το άχρωμο χρώμα
μόνο να έγερνα για λίγο εκεί
με το ‘να σου χέρι για σκιά
και τ’ άλλο για φωτιά
αυτήν την άσαρκη σάρκα
ένα μουνί θηλειά
γύρω απ’ το λαιμό μου
της γέννας, του θανάτου, της σιωπής
αυτήν την άσαρκη σάρκα
απόψε
αμόλυντη αγνότητα ιερών ελπίδων.

ατρόμητα τα μάτια της, σαν τα χέρια της, σαν το
γαμήσι που μετεωριζόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
άδικοι κόποι; όχι! τι να καταλάβουν οι βάρβαροι, όταν ξεσκίζονται τα μάτια;
πυρακτωμένα μάτια, αληθινά σαν κόλαση, καθαρά σαν πόνος… και καυλωμένα από
ηδονικών απομεσήμερων αναμνήσεις.

ονειρεμένο κορμί, στις καμπύλες σου η ανάσα
μου αργοπορεί, αγκομαχά, και στου μουνιού το τρίχωμα τ
ο μάτι μου δακρύζει, προσμένοντας
ρινίσματα σπέρματος και πίδακες υγρών. ερεθισμένα όργανα
φυτρώνουν κάτω απ’ τα σκεπάσματα. ζητιάνεψα ηδονές άδολες, ταξ
ιδεύοντας πάνω στη γύμνια σου. και στις φωτογραφίες σου
άνοιξα διάπλατα τ’ απέραντο.

ΣΟΝΕΤΤΟ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ.15
(Η χρήση χυδαίων λέξεων)

Εγώ ο άμετρος, που ζω μετρίως, στα τρία μου
σας γράφω, φίλοι να το ξέρετε! Σο-
βαρά ποθώ χυδαία να σας ξεχέσω
- ανάγκη δεν σας έχω… μήτε χρεία μου!

Στο πήδημα τα λόγια φτιάχνουν καύλα:
το χαίρεται ο γαμιάς να λέει γα-μή-σι
- κι αυτός, που λέξεις έχει να σκορπίσει,
ποτέ του δεν θα κοιμηθεί σε τάβλα.

Γαμίκουλες καλούς η γλώσσα θα ‘χει στέψει,
μόνο όταν το κοράσι τους πιπώσει
στεγνά κι αγρίως -κοντά στο νου κι η γνώση.

Στεγνός στο πνεύμα μόνο μην και μείνω!
Η τέχνη του άντρα λέει: γαμώ με σκέψη∙
κι η πολυτέλεια: να γελάω, όταν χύνω!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
Από το βιβλίο ΣΑΟΥΝΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΥΣΙΑ, Ύψιλον, Αθήνα 2005, σελ.43

Σημείωση: επειδή καθυστερεί το νετ και η ανάρτηση της νέας, αντίστροφης, τριλογίας, μια μικρή παρένθεση με λόγια μεγάλων ανδρών…

έκρυθμοι καιροί, εκτροχιασμένοι,
ρεμβασμοί πάνω από λόγια γραμμένα κι άγραφα …
ωθήσεις φαντάζομαι και ώσεις φαλλών μέχρι τα
τρίσβαθα κόλπων μουσκεμένων και γενναίων.
ανάπηρες φαντασιώσεις, ματαιωμένα πρωινά κι ερωτευμένες λέξει
ς

Όταν διεγείρονται…

Δεκεμβρίου 18, 2007

90-malcolm-liepke.jpg

…μπορούν να γράψουν κάτι σαν ποίηση με λέξεις άγριες. Της γης γεννήματα και της οσμής οράματα. Μπορούν, λοιπόν, να αγαπήσουν την ηχώ των «βυζιών», το άρωμα του «μουνιού» και την αφή του «κώλου». Αισχρά και πρόστυχα λόγια δε γνωρίζουν όταν διεγείρονται. Προσκυνητές των στύσεων, αφουγκράζονται το παλλόμενο σπέρμα ως τις φλέβες του μυαλού τους. Τα δάχτυλά τους ξυπνούν μέσα στη νύχτα και με μελάνια γράφουν κραυγές σε τοίχους. Μηνύματα στέλνουν με τον αέρα, σε άγρα κορμιών…

μια ομορφιά ασπρόμαυρη σύρθηκε ως εδώ, σαν του χι
ονιού το σκίσιμο, σαν του νερού το κλάμα. Με λόγια
υπέροχα μου μίλησε το στήθος της… Και στην καμπύλη του γεν
νήθηκα ξανά, σαν έμβρυο που σώθηκε απ’ τον κατακλυσμό, σαν ερημ
ίτης που το θάνατο αψήφισε πέφτοντας στο γκρεμό.

Βυθίστηκα απόψε
σε μια φωτογραφία
ανεπανάληπτη.
Yπέροχα όνειρα γεννήθηκαν
σ’ ένα κομμμάτι σάρκας
γυμνής
(κι απέραντης)
Zητιάνεψα με τη γλώσσα μου τη γεύση της,
υποκύπτοντας σε στύσεις απρόσμενες.
Iκέτεψα
για λίγο ιδρώτα απ’ τη μασχάλη της, για
λίγο δάκρυ απ’ τα μάτια της.
Aγάπησα ξανά
όλη την ομορφιά που μου χαρίστηκε.

Κρίνων οσμές, βγαλμένες από μια μνήμη σάρκινη, μνήμη αφής … Tαξίδευα –
ώρες ατέλειωτες — πάνω στη σάρκα της… (κι ας μην το έμαθε ποτέ), σκαλίζοντας
λέξεις στον άνεμο, ελπίζοντας να φτάσουν κάποτε και να μπλεχτούν κάτω απ’ τα ρούχα της… τα ρούχα που κρύβαν
oρίζοντες πορφυρωμένους από καμπύλες , ναούς κρυστάλλινους, τους δυο γοφούς τη
ς

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.