κρανία ανοιχτά

Μαρτίου 29, 2009

Κι αν ξαναρχίζει εδώ η αναμέτρηση με το τώρα και με το τίποτα, τι να’ναι άραγε εκτός από «επιστροφή»; Έληξαν όλα λοιπόν ή τίποτα δεν είχε ποτέ αρχίσει; Κρανία ανοιχτά τα λόγια μου λυσσομανούν και σφύζουν

από χολή και ήττα. Απελπισμένοι καιροί γκρεμίζουν τους λεπτοδείκτες. Κι εγώ μετρώ, ξαναμετρώ όσα χάθηκαν. Θλιμμένα πεζοδρόμια με χαιρετούν κάθε που βγαίνω για τσιγάρα. Τα ίδια πάντα βήματα, μετρημένα, απαράλλαχτα. Απ’ τη σιωπή να επιστρέφω αμέριμνος, να πέφτω πάνω στο παρελθόν, να το ξορκίζω φλυαρώντας. Λέξεις να χύνονται και όχι σπέρματα. Μίλα για να σωθείς απ’ τη μαύρη σκοτεινιά που σε κυκλώνει! Μίλα για να γλιτώσεις απ’ τα κεφάλια που επέστρεψαν κομίζοντας αγκαλιές που κάποτε αρνήθηκες

ή σ’ αρνήθηκαν. Ποιος να θυμάται τώρα… Κι αν απαντούσαν τα πεζοδρόμια, θα έβγαζαν κραυγές για τις φωτιές που μάζεψαν και γέννησαν και ξέρασαν. Για τις φωτιές που καίνε πάντα. Για τις φωτιές που αρνήθηκα κι αρνούμαι, και κλείνω τα παντζούρια και τ’ αυτιά. Πώς μπορείς να επαναλαμβάνεις όλες τις ήττες; Πώς μπορείς να κάνεις το φόβο σου παντιέρα, την ατολμία προσευχή και τη σιγή αιώνα; Ήμουν γυμνός πολύ καιρό

μια πια του λύκου το τομάρι με φυλά. Ο λύκος, ξέρεις, πεθαίνει πάντα μόνος. Κουλουριασμένος σε μια βαθιά της πόλης τρύπα. Στους υπονόμους ίσως. Ή και στην πιο φριχτή πλατεία. Μα πιθανόν σ’ ένα διαμέρισμα, πίσω απ’ τους τοίχους. Το τελευταίο του ουρλιαχτό, πληρωμή για όσα πρόδωσε και όσα αρνήθηκε. Τις ώρες που γέμιζαν οι δρόμοι με καπνούς, τις μέρες που καίγονταν τα πεζοδρόμια, τα βράδια που έβρεχε φωτιά… ο λύκος είχε πάρει τον άλλο  δρόμο, το δικό του.

ήθελα να σου πω

Ιανουαρίου 26, 2009

ήθελα, που λες, να σου πω ότι με ξύπνησαν οι κρότοι χαράματα, κάθιδρο, τρομαγμένο και [δεν θα το πιστέψεις] γυμνό! χρόνια και χρόνια πέρασα στη λήθη, τη λησμονιά και το λήθαργο. όχι! μην τρομάζεις… δε συνέβη τίποτα. απλώς, συνέβησαν τα πάντα. ήτοι, το απρόσμενο και το απίστευτο. με ξύπνησαν, λοιπόν, οι φωτιές και οι καπνοί και τα μπουμπουνητά.

ήθελα, για δες, να σου πω ότι αλλάξαν χρώματα οι πολυκατοικίες κι ο λόφος απέναντι μοιάζει να σκύβει περισσότερο, κάτω απ’ το βάρος της απέραντης σιωπής και των κλεισμένων παραθύρων. τα βράχια σκούζουν και φωνασκούν, καθημερινά, μες στα χαράματα. σκιές περνούν κάτω απ’ τα μπαλκόνια ψιθυρίζοντας σάρκινα τραγούδια. αντάρτικα, τα λέγαμε κάποτε.

ήθελα, στ’ αλήθεια, να σου πω ότι το κλειστό μου μπαούλο δεν έχει κλειδιά, ότι το κλειστό μου παντζούρι δεν ανοίγει, ότι το κλειστό μου σύννεφο βρέχει μόνο για μένα. κι αυτές οι αναθεματισμένες γαλότσες είναι γεμάτες τρύπες — μπαίνει η βροχή κι η λάσπη, απ’ όλες τις χαραμάδες. κι αυτά τα σκονισμένα βιβλία έχασαν πια τις λέξεις τους και τα περιθώριά τους.

ήθελα μονάχα να σου πω, καλή μου, ότι ο πόνος και η λευτεριά είναι το ίδιο πράγμα… πώς λέμε μοναξιά, πώς λέμε θάνατος, πώς λέμε ναι! και όχι! και πάντα! και ποτέ! πώς λέμε εγκλεισμός… καθείς εφ ω ετάχθη…

κάτω απ’ το δέρμα μου
γρυλλίζουν τα μελτέμια
κι οι φωνασκίες

πίσω απ’ την πλάτη μου
χαφιέδες με κοιτούν
και με εμπαίζουν

απόψε βρήκα πάλι πέντε ασφαλίτες
να περιμένουν στην είσοδο
καπνίζοντας φτηνά τσιγάρα και ξερνώντας
λάσπη και χοντροκομμένα χωρατά

απόψε με περίμεναν (ή μήπως όχι εμένα;)
περίπολα πάνοπλα,
με αλεξίσφαιρες πανοπλίες
και παγωμένα βλέμματα

απόψε μας περίμεναν (όλους, βεβαίως)
οι ενοχές και οι σιωπές
κρεμασμένες στις νερατζιές
και τα μπαλκόνια

απόψε βούτηξα ξανά
στου αλκοόλ τη θαλπωρή–
και ονειρεύτηκα
μια όαση και μία λευτεριά–
και των μηρών σου
την απαντοχή
και το αλλοπρόσαλο
σύνορο.

καπνοί

Ιανουαρίου 15, 2009

Με εμμονές και στηρίγματα στον αέρα,
παίρνω μια γεύση απ’ τη φωτιά,
μέσα σε μαύρους κύκλους και βαθουλωμένα μάτια.
Οσμίζομαι το πάθος και βλέπω τα σπίρτα
αναρωτιέμαι για το λάθος και προσπαθώ να βρω μια μήτρα.
Άνοστες ρίμες και λέξεις που δε μιλούν·
τριγύρω μου το όραμα που μένει μετέωρο…

Κι αν έσβησαν οι φλόγες, μένει ακόμα το μπαρούτι
κολλημένο πάνω στα κλειστά παντζούρια,
τα ποτήρια στο καπηλειό, τα δρομάκια του λόφου,
τις τέντες και τα πεζοδρόμια.

Κι εγώ ελπίζω σ’ αυτή την οσμή, αυτή τη γεύση
που λίγο πέρασε ξυστά κι από αυτό το κορμί
κι από αυτή την περιπέτεια.

στοχασμοί απ’ το πλάι

Ιανουαρίου 11, 2009

Δεν είμαι εκεί. Περπατώ καμιά φορά στο πεζοδρόμιο, πολεμώντας να νικήσω το φόβο, την αδυναμία και την κούραση. Περπατώ παραδίπλα ελπίζοντας να αποφύγω τα βλέμματα των ζωντανών. Στις σάρκες, στα πνευμόνια μου, παλιά και νέα σημάδια αγωνιούν και θλίβονται. Με περίσκεψη ανάπηρη και με λόγια κουτσουρεμένα, εκτοπισμένος μια ζωή, αναζητώ μια τρύπα πλάι τους κι ίσως μια ελπίδα. Τη δίνουν εκείνοι απλόχερα, εγώ δυσκολεύομαι να την βάλω στην τσέπη μου. Κάθε φορά, η ίδια ιστορία.

Ο εγκλεισμός και η ελευθερία πέφτουν μαζί στα χέρια μου. Εικόνες ξεθωριασμένες και παλιές φωτογραφίες που πάνε χαμένες. Στο ντουλάπι μου, δεν έχει ούτε νερό ούτε ψωμί. Κρύο καφέ και άνοστο τσάι μας έχει μείνει. Η φωτιά κλώτσησε στον καιρό στ’ αρχίδια κι εμείς τριγύρω βλέπουμε, από μακριά, από παλιά, τον κόσμο να τρέχει, να παίζει, να ερωτεύεται… την ημερομηνία, την χρονολογία, την εξέγερση, τη φλόγα, την ελπίδα. Εμείς οι ανεπίκαιροι. Οι ανέστιοι.

Κι αν πορεύομαι στο πλάι, μη με φοβάσαι. Στην τσάντα μου κουβαλάω λέξεις. Στα χέρια μου κρατώ το κεφάλι μου. Κι αν πρέπει να με κάψεις, ούτε στιγμή μη διστάσεις. Το μετερίζι το δικό μου είναι από καιρό κλειστό.

Μη

Ιανουαρίου 4, 2009

πλύνε με απ’ όλη τη σάρκα μου
με φωτιά

καθάρισέ με απ’ όλη την ενοχή μου
με γενναιότητα

ρίξε όλες τις μάσκες μου
με σθένος

ποδοπάτησε όλα τα λόγια μου
με μίσος

χτίσε με μέσα στους τοίχους
με πέτρες

μη με αφήσεις να ξεχάσω
μείνε εδώ
να μου θυμίζεις
το Δεκέμβρη σας.

πρωτοχρονιάτικο

Ιανουαρίου 1, 2009

μας κερνά ο χειμώνας θλίψη και φωτιά,
ελπίδες ροκανίζοντας και φράχτες,
μας φέρνει δώρα άδωρα το χιόνι
και μας γεμίζει τα μαλλιά με στάχτες

σταλαγμίτες έφτιαχνε το αίμα
και ο Δεκέμβρης γονάτιζε απ’ το βάρος,
ολάκερη εποχή κι ολόκληρη πόλη
γυμνώθηκαν για να περάσει ο χάρος

στα πεζοδρόμια μετρώ τ’ αρχαία βήματα
πάνω σε πλάκες μουλιασμένες μ’ έρωτα,
με κόκκινη μπογιά και μαύρο τρόμο
και συνθήματα αιώνια ανένδοτα

γυρνώ στους δρόμους και συλλέγω
σημαίες που ξεχάστηκαν, σκισμένα
πλακάτ και πέτρες άστοχες και μόνες,
γυρνώ στους δρόμους και μαζεύω
σπόρους καπνού και μυστικά κρυμμένα,
να ‘χω προμήθειες για νέες εποχές και νέους χειμώνες.

αυτές οι μέρες
–αυτόν τον Δεκέμβρη–
δεν έχουν λόγια
δεν έχουν ήχους
μονάχα άναρθρες κραυγές
και κρότους
μονάχα ουρλιαχτά
και βόμβες
μονάχα βογγητά
και σπασμένες βιτρίνες.

Λιντσάρισμα στις λέξεις! Ιδού το χρέος
των ποιητών…
Στραγγαλισμά των ήχων! Ιδού το καθήκον
των μουσικών…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.