μικρό

Ιανουαρίου 23, 2009

πάνω στο δέρμα της πόλης, οι χαρακιές
σαν φεγγάρια που έλιωσαν και χάθηκαν.

κάτω απ’ τις σιδεριές των υπονόμων, τα πτώματα
που σέρνονται μονίμως, σκαλίζοντας τις μνήμες τους.

πίσω απ’ τις κόκκινες πόρτες, σκυλιά
που γαυγίζουν τα βιβλία και τα μυαλά.

μπροστά απ’ το αρρωστημένο σου βλέμμα, σκιές κρανοφόρες,
που πάγωσαν αιώνια και αιώνια θα μας στοιχειώνουν.

κάτω απ’ το δέρμα μου
γρυλλίζουν τα μελτέμια
κι οι φωνασκίες

πίσω απ’ την πλάτη μου
χαφιέδες με κοιτούν
και με εμπαίζουν

απόψε βρήκα πάλι πέντε ασφαλίτες
να περιμένουν στην είσοδο
καπνίζοντας φτηνά τσιγάρα και ξερνώντας
λάσπη και χοντροκομμένα χωρατά

απόψε με περίμεναν (ή μήπως όχι εμένα;)
περίπολα πάνοπλα,
με αλεξίσφαιρες πανοπλίες
και παγωμένα βλέμματα

απόψε μας περίμεναν (όλους, βεβαίως)
οι ενοχές και οι σιωπές
κρεμασμένες στις νερατζιές
και τα μπαλκόνια

απόψε βούτηξα ξανά
στου αλκοόλ τη θαλπωρή–
και ονειρεύτηκα
μια όαση και μία λευτεριά–
και των μηρών σου
την απαντοχή
και το αλλοπρόσαλο
σύνορο.

καπνοί

Ιανουαρίου 15, 2009

Με εμμονές και στηρίγματα στον αέρα,
παίρνω μια γεύση απ’ τη φωτιά,
μέσα σε μαύρους κύκλους και βαθουλωμένα μάτια.
Οσμίζομαι το πάθος και βλέπω τα σπίρτα
αναρωτιέμαι για το λάθος και προσπαθώ να βρω μια μήτρα.
Άνοστες ρίμες και λέξεις που δε μιλούν·
τριγύρω μου το όραμα που μένει μετέωρο…

Κι αν έσβησαν οι φλόγες, μένει ακόμα το μπαρούτι
κολλημένο πάνω στα κλειστά παντζούρια,
τα ποτήρια στο καπηλειό, τα δρομάκια του λόφου,
τις τέντες και τα πεζοδρόμια.

Κι εγώ ελπίζω σ’ αυτή την οσμή, αυτή τη γεύση
που λίγο πέρασε ξυστά κι από αυτό το κορμί
κι από αυτή την περιπέτεια.

στοχασμοί απ’ το πλάι

Ιανουαρίου 11, 2009

Δεν είμαι εκεί. Περπατώ καμιά φορά στο πεζοδρόμιο, πολεμώντας να νικήσω το φόβο, την αδυναμία και την κούραση. Περπατώ παραδίπλα ελπίζοντας να αποφύγω τα βλέμματα των ζωντανών. Στις σάρκες, στα πνευμόνια μου, παλιά και νέα σημάδια αγωνιούν και θλίβονται. Με περίσκεψη ανάπηρη και με λόγια κουτσουρεμένα, εκτοπισμένος μια ζωή, αναζητώ μια τρύπα πλάι τους κι ίσως μια ελπίδα. Τη δίνουν εκείνοι απλόχερα, εγώ δυσκολεύομαι να την βάλω στην τσέπη μου. Κάθε φορά, η ίδια ιστορία.

Ο εγκλεισμός και η ελευθερία πέφτουν μαζί στα χέρια μου. Εικόνες ξεθωριασμένες και παλιές φωτογραφίες που πάνε χαμένες. Στο ντουλάπι μου, δεν έχει ούτε νερό ούτε ψωμί. Κρύο καφέ και άνοστο τσάι μας έχει μείνει. Η φωτιά κλώτσησε στον καιρό στ’ αρχίδια κι εμείς τριγύρω βλέπουμε, από μακριά, από παλιά, τον κόσμο να τρέχει, να παίζει, να ερωτεύεται… την ημερομηνία, την χρονολογία, την εξέγερση, τη φλόγα, την ελπίδα. Εμείς οι ανεπίκαιροι. Οι ανέστιοι.

Κι αν πορεύομαι στο πλάι, μη με φοβάσαι. Στην τσάντα μου κουβαλάω λέξεις. Στα χέρια μου κρατώ το κεφάλι μου. Κι αν πρέπει να με κάψεις, ούτε στιγμή μη διστάσεις. Το μετερίζι το δικό μου είναι από καιρό κλειστό.

Μη

Ιανουαρίου 4, 2009

πλύνε με απ’ όλη τη σάρκα μου
με φωτιά

καθάρισέ με απ’ όλη την ενοχή μου
με γενναιότητα

ρίξε όλες τις μάσκες μου
με σθένος

ποδοπάτησε όλα τα λόγια μου
με μίσος

χτίσε με μέσα στους τοίχους
με πέτρες

μη με αφήσεις να ξεχάσω
μείνε εδώ
να μου θυμίζεις
το Δεκέμβρη σας.

ανασκόπηση

Ιανουαρίου 3, 2009

Κι αν άρχισε το νέον έτος, ποιος άραγε νοιάζεται; Έξω απ’ το παράθυρό μου πέφτουν ακόμα δακρυγόνα. Οι τελευταίοι ήρθαν πρώτοι — κι όντως αρνούνται να υποκύψουν. Η συνθηκολόγηση δεν τους ταιριάζει διόλου. Τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών ασφυκτιούν ακόμα· ακόμα σέρνεται η οχιά που μας παραμονεύει. Ακόμα κλείνομαι μες στα δωμάτια και στους παγωμένους τοίχους. Φτυαρίζω χιόνι απ’ τους γύρω δρόμους, σφουγγαρίζω τα δάκρυα που ξέμειναν από το πονεμένο βράδυ. Ας έχουμε μπουκάλια έστω — άλλοι μ’ αλκοόλ και άλλοι με βενζίνη. Έκαστος στο είδος του…

Κανονικοί δεν υπήρξαμε — ακόμα. Σ’ έναν προθάλαμο, γυρνάω γύρω από έναν αρχαίο καναπέ. Νεκρές φύσεις κάθονται στα μαξιλάρια του, ακουμπώντας φτερά και μάσκες στο τραπεζάκι. Τι κατώφλι είναι τούτο άραγε; Μαζεύω λέξεις, όπως άλλοι πέτρες. Ανασκαλεύω μνήμες, όπως άλλοι σκουπίδια. Τα νύχια μου γεμίζουν λάσπη. Μηνύματα ζωών και ζώων.

Ελεγεία κρύβουν τα σκεπάσματά μου. Τα κλειστά μου παράθυρα. Οι κλειδωμένες μου πόρτες. Τα ουρλιαχτά δεν παύουν να μπαίνουν απ’ τις χαραμάδες, να μου θυμίζουν όσα δεν έκανα κι όσα δεν είπα. Να μην ξεχνώ.

πρωτοχρονιάτικο

Ιανουαρίου 1, 2009

μας κερνά ο χειμώνας θλίψη και φωτιά,
ελπίδες ροκανίζοντας και φράχτες,
μας φέρνει δώρα άδωρα το χιόνι
και μας γεμίζει τα μαλλιά με στάχτες

σταλαγμίτες έφτιαχνε το αίμα
και ο Δεκέμβρης γονάτιζε απ’ το βάρος,
ολάκερη εποχή κι ολόκληρη πόλη
γυμνώθηκαν για να περάσει ο χάρος

στα πεζοδρόμια μετρώ τ’ αρχαία βήματα
πάνω σε πλάκες μουλιασμένες μ’ έρωτα,
με κόκκινη μπογιά και μαύρο τρόμο
και συνθήματα αιώνια ανένδοτα

γυρνώ στους δρόμους και συλλέγω
σημαίες που ξεχάστηκαν, σκισμένα
πλακάτ και πέτρες άστοχες και μόνες,
γυρνώ στους δρόμους και μαζεύω
σπόρους καπνού και μυστικά κρυμμένα,
να ‘χω προμήθειες για νέες εποχές και νέους χειμώνες.

αυτές οι μέρες
–αυτόν τον Δεκέμβρη–
δεν έχουν λόγια
δεν έχουν ήχους
μονάχα άναρθρες κραυγές
και κρότους
μονάχα ουρλιαχτά
και βόμβες
μονάχα βογγητά
και σπασμένες βιτρίνες.

Λιντσάρισμα στις λέξεις! Ιδού το χρέος
των ποιητών…
Στραγγαλισμά των ήχων! Ιδού το καθήκον
των μουσικών…

κατοπινοί καιροί– το μέλλον έγινε παρόν μέσα στις φλόγες!
οιωνοί και συννεφόσχημα φάσματα: καπνός είναι ή δακρυγόνο;
υπόγεια λαγούμια, κατοικίες των αλλοπαρμένων,
κιγκλιδώματα ανθισμένα, γεμάτα φρίκη, γεμάτα πάθος.
ορκίζονται οι ανέστιοι στο όνομα του δρόμου και
υποτάσσονται στο κάλεσμα της φωτιάς και της μανίας.
λιντσάρισμα σ’ όλες τις λέξεις! αυτό μονάχα μένει.
ο λύκος παραφυλάει, τα δόντια του μυρίζουν θάνατο, στις
φτέρνες του είναι κεντημένα εθνόσημα και θυρεοί.
όλο μαζεύει τα λόγια μας, όλο μασάει τα γράμματά μας:
ρουφάει σκέψεις, ρουθουνίζει πτώματα, αναμασά σημαίες.
οι ολονυχτίες, όμως, ξημερώνουν αποκαΐδια και λαιμητόμους,
ι
στορώντας το τώρα, το ποτέ και το πέραν.

η απολογία μου

Δεκεμβρίου 14, 2008

κλειδαμπαρωμένος
ασφυκτιώ
(και μέσα)
(και έξω)
μια ζωή άπατρις, ανέστιος, κυνηγημένος
μια ζωή έγκλειστος

σαν τις θείτσες κι εγώ
κλεισμένα παράθυρα
(μόνο παντζούρια δεν έχω κατεβάσει — ακόμα!)
κλεισμένες πόρτες
(όχι κλειδωμένες — ακόμα!)

έγκλειστη καρδιά που με χτυπάει στα μούτρα
καπνοί τσιγάρων μέσα
καπνοί δακρυγόνων έξω

τα Εξάρχεια να ξαναβρίσκουν τα γράμματα των λέξεων
να ξαναγράφουν «ζωή»
με φωνές, ουρλιαχτά, φλόγες και σκισμένα σύννεφα
να ξαναβρίσκουν την ανάγκη
και τη νέα γραμματική

κι εγώ στο ταμπούρι μου να ασφυκτιώ, να πνίγομαι
εγώ ο ανεπίκαιρος
εγώ ο απελπισμένος

μη με λυπάστε
να με ξεχάσετε
μη με συγχωρείτε
να με ξεχάσετε

οι δικοί τους νεκροί

Δεκεμβρίου 7, 2008

είναι οι νεκροί των παιδιών με «τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα»
είναι οι δικοί τους νεκροί

ο δικός τους
ναι! των κουκουλοφόρων, των τρομοκρατών, των γνωστών-αγνώστων!

της λευτεριάς το σύθαμπο
κατρακυλά στα πεζοδρόμια
λούζει με αίμα και χολή και μίσος
τις νερατζιές

να σωπάσουν όλοι!
να σωπάσουμε όλοι!

τώρα μιλάει ο θάνατος
και η εκδίκηση
κι ο πόνος

τώρα μιλάει η φωτιά
που κι εμένα να κάψει πρέπει
εμένα και όλους μας
μέσα στα σπιτάκια μας, τα διαμερίσματά μας
τα δωματιάκια μας

ας ακουστεί μονάχα ο τρόμος

Σας ζηλεύω–
κι απολογούμαι
για τη δειλία μου
και για όλα

Σιωπή και κρεμάλες
η Βάρκιζα
το Βίτσι
ο Γράμμος
σιωπή

τα πεζοδρόμια κι οι λεμιονιές
ό,τι μας μένει.

φωτιά πήραν οι γωνιές του νου. εμπύρετη ζέστη, απόκρυφη. το μπουκάλι μου αδειάζει όπως οι μέρες. τις νύχτες ξαναγεμίζει ο φθόνος. στους τοίχους ξέφτια και σιωπές κραυγαλέες. δε βλέπεις ότι οι λέξεις μου μένουν ελάχιστες κι αμετακίνητες; λέξεις-απολιθώματα ή παρωχημένη «ζωή»; πού να βρω απαντήσεις πρωινιάτικα;

απομεσήμερα ματωμένα. όσο πιο ψηλά ανεβαίνει ο ήλιος, τόσο πιο σκοτεινή η κάμαρα. πόζες, πρόζες, μπουλντόζες. σκόνη και χώμα. αμμοθύελλα ολόγυρα. γυναίκες τινάζουν χαλιά στ’ απέναντι μπαλκόνια. ανάθεμα τις ρίζες μου!

αυτή τη φορά πέρασες από δίπλα και δεν ακούμπησες. σ’ αυτήν την πόλη μπορείς να περάσεις απ’ το δίπλα δρόμο και να μη σε πάρει χαμπάρι κανείς, ποτέ. κι όταν δε θες να δεις ούτε μια γνωστή φάτσα, τις βλέπεις όλες μαζεμένες. μια νύχτα που έλιωναν οι τοίχοι, εσύ κοιμήθηκες στην παραδίπλα γειτονιά. μόνη σου ή με παρέα. αδιάφορο. πέρασες και δεν ακούμπησες κι ας καίγονταν τα τζάμια απ’ τη μεσημεριανή κάψα. την προηγούμενη φορά νομίζεις είχες ακουμπήσει, όμως; μια «κανονικοποίηση» που δε μας ταιριάζει. καλύτερα λοιπόν. εμείς δε είμαστε «κανονικοί», εμείς δεν είμαστε «ίδιοι».

ολο-καύτωμα. ολό-λαμπροι δρόμοι. ολο-νύχτια περιπλάνηση… ανάγκης και ερημιάς. κι από την άλλη: καύσωνας και καυσαέρια. καυτή ανάσα. το έξω μοιάζει όλο και περισσότερο με το μέσα. αποκαΐδια που τα πήρε η θλίψη. κοιμήθηκα μαζί σου, με το ψιθύρισμά σου, με την ανάμνηση του αστραγάλου σου. έπλυνα τα μάτια μου με ουίσκι και τις πατούσες σου με αγιασμό. τα όνειρα μονάχα μείναν βρόμικα, κατάμαυρα.

υγρά σεντόνια παρακαλούν τη δική σου υγρασία. να κολλάνε τα κορμιά από τη ζέστη και την επιθυμία. να κολλάνε οι σκέψεις πάνω σε λιωμένα χέρια. δε θέλω να φυσάει. θέλω να καίγονται οι πολυκατοικίες και να σε καταπίνω λίγη λίγη. θέλω να λιώνουν τα δωμάτια κι εγώ να σέρνομαι σε πυρωμένα κρεβάτια. να μαζεύω τον ιδρώτα σου όλη τη νύχτα, να μαζεύεις όλη σου τη γλύκα. να μου τη δίνεις πασπαλισμένη με παγωμένες αναμνήσεις.

κολλάν τα ρούχα στο μυαλό μου. μαζί με την άσφαλτο, λιώνουν τα δέντρα, τ’ αυτοκίνητα κι οι τζαμαρίες. μόνο οι σκιές μένουν ευθυτενείς κι αγέρωχες. ευτυχισμένες σκιές! τα πεζοδρόμια σηκώθηκαν και έφυγαν. στα μπαλκόνια γυναίκες που κάνουν δουλειές με τα εσώρουχα. δεν είναι καιρός για νέες στύσεις… το μεσημέρι ματώνει τα μάτια μου. σκότος πάμφωτο απ’ έξω, λαμπυρίζουν οι σκέψεις που λαμπάδιασαν. ακούω κάθε στάλα απ’ τον ιδρώτα μου να πέφτει στο πάτωμα. ευτυχώς λούφαξαν τα περιστέρια.

αποκλεισμός: απόηχος θαλασσινού φλοίσβου. στην παραλία, άκουσα, βάζανε φωτιές οι φαροφύλακες. λιώνουν οι τριμμένες σημαίες. λιώνουν οι σκοτεινές κουκούλες. να σ’ ειχα εδώ, να βουτούσαμε σ’ όλον τον ιδρώτα του κορμιού σου. ας καίγεται απ’ έξω η πόλη. στην υγρασία της μασχάλης σου, εγώ θα ξεδιψούσα όλο το βράδυ.

γεωγραφία (2)

Μαΐου 16, 2008

Τα πεζοδρόμια μυρίζουν θλίψη. Αφουγκράζονται, χρόνια τώρα, πατήματα, πεσίματα και δάκρυα. Αφουκράζονται και περιμένουν. «Μην καρτεράτε άλλο πια»… τραγουδούσε κάποτε εκείνος, ο άπατρις, ο ανέστιος, ο ασεβής. Κι ύστερα κρεμάστηκε κι αυτός… Καραούλια ακόμα στήνουν τα πληγωμένα πεζοδρόμια, δακρύζουν κίνδυνο και παρελθόν. Ξερνάνε σύριγγες κι ιδρώτα, σημαίες και λόγια και γράμματα. Κάθε φορά που ξεφλουδίζει η λευτεριά απ’ τους τοίχους, ανοίγουν, αθώα και αγέρωχα, την αγκαλιά τους. Όλοι οι αλήτες του κόσμου τα ξέρουν με το μικρό τους όνομα. Συνομιλίες με το θάνατο, κάτω από φώτα νέον, τζαμαρίες και δερμάτινους καναπέδες.

Οι λόφοι μείναν και τα πεζοδρόμια. Οι δρόμοι άλλαξαν ρότα, απέκτησαν νέες στροφές και νέες συνήθειες. Το μακιγιάζ τους παλιά πουτάνα που φύτεψε ψεύτικο μουνί και το ‘βγαλε στο δρόμο να κονομήσει. Στο βλέμμα του Στρέφη καθρεφτίζεται το αιώνιο δάκρυ. Μην κοιτάς! Όσο κι αν προσπαθείς, οι δρόμοι έχουν ονόματα γραμμένα σε γλώσσα άγνωστη. Μόνο καμιά γριά μπορεί να θυμάται πώς τους λένε — αυτή που γυρίζει απ’ τη λαϊκή με τον αρχαίο της καλάθι. Ρώτα, αν θες, τους γέρους που καπνίζουν στα σκαλιά του γηροκομείου. Θα σου πουν δε θυμοούνται. Κι όμως ποτέ δεν ξέχασαν…

Στους πεζοδρόμους ανθίζουν ακόμα νερατζιές. Κάτσε κάτω από μία και μέτρα τα βότσαλα που πέφτουν απ’ τις ταράτσες. Στα πεζοδρόμια ανθίζουν μαχαίρια και απόκρημνες βουνοκορφές.

To be continued…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.