(αφήγηση)

Ιουλίου 2, 2009

0107

είχε πάρει να βραδιάζει όταν ξεπρόβαλε απ’ την ομίχλη η αρχαία λίμνη…
και τότε βρήκαν όλα νόημα
ως κι ο θάνατος

μα…
αυτήν την ιστορία ακόμα δεν θα την πω…

μονάχα μια λέξη
όσο κι αν γύρναγα την πλάτη στο
νερό
τόσο επέστρεφαν
τα μάτια της
και με κοιτούσαν
πιο ματωμένα
κι απ’ τη λίμνη
στο λιόγερμα

κι αυτό το
βλέμμα
έγδερνε τη σάρκα
μου

παραμύθι

Ιουνίου 13, 2009

Coeur du plaisir

Coeur du plaisir

μια φορά κι έναν καιρό…
πυρπολούνταν τα μεσημέρια, απαγχονίζονταν οι λέξεις κι ο χρόνος έτριζε κάτω απ’ τα βήματά της.

μια φορά κι έναν καιρό…
σερνόμουν στις υγρές της μνήμες, τσαλαβουτούσα μες στα σκοτεινά νερά της.

μια φορά κι έναν καιρό…
μου άνοιξε την πόρτα του απύθμενου και του μοιραίου… κι εγώ — ο μωρός, ο μόνος — στεκόμουν στο κατώφλι και την κοίταζα, με μια ανυπόφορη απορία.

μια φορά κι έναν καιρό…
η ιστορία σάστισε μπροστά στο στήθος της, η λίμνη στέρεψε μπροστά στα μάτια της και το κρεβάτι βυθίστηκε μέσα στην πλάτη της.

μια φορά κι έναν καιρό…
με κυνηγούσε ένα πύρινο ποτάμι, τότε που πρόδωσα τα πάντα και στέρεψα από ύπνο.

μια φορά κι έναν καιρό…
περπάτησα πάνω στο μαχαίρι, πάνω στο σύνορο, πάνω στα ύδατα και τους ορίζοντες.

μια φορά κι έναν καιρό…
γλίστρησα πάνω στον αφαλό της, μα ξέχασα για πού ξεκίνησα και ξεχάστηκα στο γυμνό νησί της.

μια φορά κι έναν καιρό…
ήταν όλα αλλιώς και όλα ίδια, ήταν τα μάτια μου ξεκούραστα, τα χέρια μου πιο καθαρά και τα μαλλιά μου δεν είχαν ακόμα ασπρίσει.

μια φορά κι έναν καιρό…
την είχα.

μια φορά κι έναν καιρό…
την έχασα.

Δεν έχω πια καιρό… Ούτε ανάσα… Μόνο σιωπή.

ζεν (μέρος ε’)

Σεπτεμβρίου 21, 2008

τριανταρίζουν γύρω μας κι άλλοι· οι τελευταίοι· όσοι είχαν ξεμείνει· απ’ τους «δικούς» μας. για τα τριάντα μας, λοιπόν.

Δεν είναι ο χρόνος που περνάει, δεν είναι οι στιγμές που χάνονται, δεν είναι τα όνειρα που διαψεύδονται ούτε οι εφιάλτες που επαληθεύονται. Όχι, δεν είναι όλες αυτές οι κοινοτοπίες. Είναι μια μνήμη πασπαλισμένη με δάκρυα, είναι μια ανακεφαλαίωση των πρώτων κεφαλαίων, είναι το αποσμητικό απ’ τη μασχάλη σου και το γέλιο σου· έτσι σκέτα, το αθάνατο γέλιο σου.

Κατηφορίζεις, κλωτσώντας πέτρες σαν μουτρωμένο παιδάκι, κλωτσώντας το χρόνο ανάστροφα. Το δέρμα σου πιάνει την αλλαγή στον αέρα: από ‘δω και πέρα, θα ακούς μονάχα για κουρτίνες και καναπέδες, μεγάλες σοφίες. Από ‘δω και πέρα θα ξυπνάς πρωί, θα κοιμάσαι βράδυ ή έτσι θα τους λες για να σε… κάνουν παρέα. Από ‘δω και πέρα, θα κλείνεις τα μάτια μόνο για λίγο, θα ονειρεύεσαι όλο και λιγότερο, δε θα αγαπάς καθόλου. Από ‘δω και πέρα, θα ζεις μες στις ρωγμές, δε θα ‘ναι οι ρωγμές ζωή ούτε ο θάνατος έρωτας — ή ήταν ο έρωτας θάνατος; Πάντα θα τα μπερδεύω αυτό…

Ρωγμή από ρωγμή διαφέρει, ασφαλώς. Ας μην βαυκαλιζόμεθα. Ρωγμή στον τοίχο απ’ το σεισμό, ρωγμή ανάμεσα στα πόδια σου, ρωγμή η σιωπή όταν όλοι χαχανίζουν απολαμβάνοντας τις φούσκες τους, ρωγμή το μειδίαμα όταν όλοι σε κοιτούνε σοβαροί, ρωγμή το γέλιο σου, ρωγμή και το κλάμα σου. Ρωγμή πάνω στο τετράδιο, σκίσιμο απ’ τη γόμα, μουντζούρα. Ρωγμή κι ο ήλιος σου, ρωγμή και το σύννεφο που σε πλακώνει.

Το ζεν, ωστόσο, ανοίγει τα πόδια του και καβαλάει τις ρωγμές. Ξέρει από παλιά να τραμπαλίζεται πάνω από κενά απύθμενα, να καβαλικεύει τον τρόμο. Πάνω από μια τέτοια ρωγμή στεκόταν κάποτε σαν αρχαία κόρη και μου ‘κανε νόημα ν’ ακολουθήσω. Τρομερό κι απρόσμενο, κοιτούσε με πύρινα μάτια τον κόσμο. Έτρεμαν τα χείλη. Ριγούσαν τα οστά. Κι εγώ βυθιζόμουν σ’ αλκοόλ και στάχτες και … βάλτε να πιούμε. Συννεφιασμένα καλοκαίρια, θυμάμαι. Νεροποντές καυτές σαν σάρκα καυλωμένη. Και μουσικές σε σακαράκες μέσα. Τι καταφύγιο και ‘κείνο! Η αρχαία κόρη κουνούσε το δάχτυλό της. Εξακοντίζονταν ριπές και πίδακες πλησμονής. Έκανε τα δέντρα να περπατάνε, έκανε τα δάση να γονατίζουν. «Βάλτε να πιούμε» και δώστε μου τη λησμονιά με το κουτάλι.

Υ.Γ. Η τροχιά του ζεν περνά ενίοτε ξυστά. Από κάποιο παράδρομο, από κάποιο στενάκι. Τα χνάρια του μένουν στα πεζοδρόμια για μέρες. Τα γέλια του πληγώνουν τις μέρες. Κι οι παλιάτσοι κρύβονται, να μη τους κλέψει τα ανέκδοτα.

ζεν (μέρος δ’)

Σεπτεμβρίου 13, 2008

αταξία

ή αλλιώς:

ανεμοστρόβιλος κάτω απ’ το δέρμα. πλανιόταν γύρω μας η
τεφρή ματιά σου· και ξέχειλα τα γέλια σου αρνούνταν να υποκύψουν.
ανατριχίλα. σπινθήρες έσπερνες μες στα κεφάλια μας.
ξαστεριά υποσχόταν το βλέμμα σου. κι όταν σε γνώρισαν τα μάτια μας,
ίπποι και μύθοι και σπαθιά και τέρατα… ξεχύθηκαν από το στήθος σου.
αχ! τι εποχές! τι νιότη! τι… «ζωή»!

ή ίσως:

ακρότητα: αυτό μονάχα έγραφαν οι τοίχοι. οι θλιμμένοι τοίχοι.
τιτίβιζες και έλαμπες καταμεσής της αίθουσας.
ανοιγες τα φτερά σου, χαστούκιζες τα σοβαρά τους πρόσωπα.
ξέσκιζες με τα μάτια σου κάθε σιωπή και κάθε ψέμα.
ίσκιους έφτιαχνες με τις ηλεκτρισμένες μπούκλες σου.
αρνήσεις ύφαινες, όταν όλοι λέγαν «ναι»!

και τελικά:

κάθε φορά που σταύρωνες τα πόδια σου,
κάθε φορά που κλωθογύριζες την μπούκλα σου,
[ναι! αυτήν την μπούκλα, την ίδια, τη μόνη, τη γνωστή]
κάθε φορά που κοκκίνιζαν τα χείλη σου,
κάθε φορά που έλεγες τη μεγαλύτερη προστυχιά,
τη μεγαλύτερη βλακεία,
τη μεγαλύτερη σοφία,
τη μεγαλύτερη αλήθεια,
τη μεγαλύτερη αγάπη,
τη μεγαλύτερη κραυγή…

έκλεινες το μάτι σου στο θάνατο
κι έπαιρνες μέσα σου όλη τη θλίψη
δώρο και προσφορά
στους θλιμμένους και τους άπορους
τους σιωπηλούς και τους απελπισμένους.

η παρεκτροπή σου
νόμος
και άνεμος
και πρωινό.

ζεν (μέρος γ’)

Σεπτεμβρίου 10, 2008

έσυρα τα βουτηγμένα στ’ αλκοόλ βήματά μου ως το τωρινό μου καταφύγιο. (το ζεν έχει περάσει κι από εδώ, αν είναι δυνατόν!) έσυρα παπούτσια που τσαλαβουτούσαν σε λίμνες γεμάτες ουίσκι και πεζόδρομους τόσο γνωστούς, τόσο φορεμένους, που σου ‘ρχεται να ουρλιάξεις. εσένα! γιατί εμένα… τα οικεία πεζοδρόμια με φέρνουν σώο και αβλαβή πάλι πίσω — διώχνουν τα όνειρα σαν αυτές τις αλοιφές που διώχνουν τα κουνούπια (χρήσιμες σε μέρη που έχει κουνούπια· όχι εδώ, προφανώς!).

κάθε φορά είναι σαν να είναι νέα. γέννηση εκ του μηδενός. όχι! κάθε φορά είναι σαν να ήταν μια στιγμή πριν. μια μονάχα στιγμή, ανείπωτη κι ανέφελη, εκμηδενισμένη. μια στιγμή πριν (πριν απο τι; από το τώρα; πφ! προκαταλήψεις! αηδίες! κι όμως: ναι ρε πούστη: μια στιγμή πριν!). κάθε φορά είναι σαν να συνεχίζεται το τώρα που ποτέ δε θελήσαμε (δε θέλησα;) να πιάσουμε απ’ τα μαλλιά γιατί θα έκαιγε όσο όλοι οι ήλιοι κι όλα τα αστέρια.

ήταν ένα απόγευμα. ήταν ένας ήλιος που βουτούσε στην αρχαία λίμνη. ήταν ένα σούρουπο που το φως κρεμιόταν απ’ τα λαμπερά σου τσίνορα. ήταν μια απέραντη σιωπή, ντυμένη όλες τις λέξεις του κόσμου. κανείς δε σάλευε. κανείς δεν άκουγε. φωτογραφίες καίγονταν. λόγια αυτοκτονούσαν. αν γύριζα το κεφάλι μου, θα έβλεπα εκείνη την αγέρωχη στάλα του ιδρώτα σου να σταματά πάνω απ’ τη στάχτη των ματιών του. αν γύριζα, θα έβλεπα εκείνη την ανείπωτη δροσιά να παγώνει μέσα στη σκιά των μηρών σου. αν γύριζα, γαμώτο, το κεφάλι μου, θα έβλεπα — είμαι βέβαιος! — εκείνη τη στιγμή να μου χαμογελά απ’ την καμπύλη του αιώνιου στήθους σου. κι όμως, δε γύρισα. αφέθηκα να ακούω τον παλμό της καρδιάς σου, να γεύομαι τη γεύση της πατούσας σου, να μυρίζω το άρωμα των δαχτύλων σου που έγραφαν πορτρέτα ζωής πάνω απ’ το άπειρο.

πάνω απ’ τη λίμνη, όλα γκρεμιζονταν και όλα αργοπορούσαν. σταματημένες οι ώρες περίμεναν ν’ ακούσουν την εντολή σου. παγωμένα τα χρόνια ήλπιζαν σ’ ένα σου νεύμα. ανέμισαν τα πορφυρά (ή μήπως ήταν πορτοκαλί;) μαλλιά σου και θρόισαν τα κόκκινα (μήπως πορτοκαλί;) σου χείλια. και μια σου κίνηση έφτασε για να υψωθεί και πάλι η σημαία. έβγαλες απ’ τπν κόρφο σου ένα σπαθί και έκοψες κομμάτια το χρόνο· έβγαλες απ’ τα μάτια σου ένα βέλος και σαΐτεψες τον πόνο· έβγαλες απ’ την κοιλιά σου ένα ρούχο και ντύθηκες τη νύχτα· και χόρεψες πάνω στ’ ατάραχα νερά της λίμνης μέχρι που πόνεσαν τα πόδια σου. κι άρχισαν να ξεπηδούν παιδιά μέσα απ’ τα βάθη· κι άρχισαν να βουτάνε οι άρρωστοι ξοπίσω σου. και τότε πήρες το σπαθί. και τότε πήρες τη σημαία. κι ανέβηκες πάνω στο έρημο φάρο. και φώναξες! κι άπλωσες τη ματιά σου πάνω τους. κι άπλωσες τη φωνή σου μέσα τους. κι όλα είχαν γίνει. και μόνο εγώ είχα καταλάβει. τ’ απέραντο και το μηδέν. το χρόνο που τον άφησες να ξανακυλίσει. τις ώρες που πήραν άδεια να χτυπάνε. τα ρολόγια που πήραν να κουρδίζονται και να τρέχουν. και ήξερα πως στο κατόπι σου θα καίγονταν οι δρόμοι κι εκείνοι, οι άρρωστοι και οι ανάπηροι και οι ζητιάνοι. κι εγώ: μια λησμονιά που δεν μπορεί να λησμονήσει· μια βελονιά που μπέρδεψε τα νούμερα και έχασε τις μέρες.

δείχνε το δρόμο, μάτια μου, κι άσε τους να παιδεύονται να σε προφτάσουν. δείχνε το σκότος, καρδιά μου, κι άσε τους να παλεύουν την άνευρη σιωπή τους. κι αν μίλησαν του αλκοόλ τα γράμματα, μη σκιάζεσαι. εγώ, παλιάτσος και τρελός, θ’ ακολουθώ.

Υ.Γ. Τελευταία ακούω μανιωδώς αντάρτικα. Με κατακλυζει μια συγκίνηση για την αφέλεια και την αμεσότητά τους [τι κοινότοπες περιγραφές, θεέ μου!]. Δεν ξέρω τι νέα εμμονή είναι αυτή. Μοιάζει όμως να έρχεται από ίδιες ατραπούς με τούτα τα κείμενα.

[παρένθεση]

Σεπτεμβρίου 9, 2008

όχι, δεν τελειώσαμε, λίγο καιρό ξαποσταίνει, μονάχα…

ζεν (μέρος β’)

Σεπτεμβρίου 5, 2008

το ζεν τούτο ουδεμία σχέσιν έχει με το «Ζεν» των, ούτως ειπείν, ανατολικών πολιτισμών, ήτοι ουδεμιά ομοιότης δεν υφίσταται με αυτήν την έκφραση του συρμού (της μοδός, που λένε). ίσα ίσα. το ζεν τούτο έρχεται από άλλον κόσμο και άλλο χρόνο, περιίπταται πάνω από φυλλωσιές, βουτάει σε πηγάδια και ηλεκτρίζεται κάτω από νύχια που ξύνουν νύχτες. το ζεν τούτο είναι η αδιανόητη στιγμή της εκρήξεως, προ της εκρήξεως· η απίθανη εκτόξευση της καρδιάς, ύστερα απ’ τον κατακλυσμό· το απρόσμενο «πάντα», το σβησμένο απ’ το λεξιλόγιο άπαξ δια παντός.

υπό αυτήν την έννοια, το παρόν κείμενο πάσχει από μια εγγενή αντίφαση – αντινομία, σε άλλα συμφραζόμενα – μιας και είναι αναγκασμένο να βάλει στη σειρά λόγια για το α-λόγον·να βάλει στη σειρά λέξεις για το ά-λεκτον· να μιλήσει, με λίγα λόγια (σικ!), για το ανείπωτο. η θεωρία τούτου του ζεν θα μένει πάντα αθεώρητη, ακριβοθώρητη κι εντέλει ακριβή.

αυτά τα ολίγα, για να εξηγούμαστε.

οι αρχαίοι σοφοί έλεγαν, σ’ απόκρυφα ασφαλώς κείμενα που δεν σώζονται ούτε για δείγμα, ότι το ζεν έχει τρεις κύριες ιδιότητες: την αταξία, την αφθονία και την ακρότητα. σκοπός τούτου του δεύτερου μέρους είναι να ορίσει κατ’ αρχήν τα στοιχεία αυτά, τα οποία – σύμφωνα με άλλα απόκρυφα κείμενα, χαμένα και του λόγου τους, προφανώς – δεν είναι διόλου τρία, αλλά τρεις χιλιάδες. Ας ξεκινήσουμε απ’ τα λεξικά, και βλέπουμε:

(α) αταξία:

αταξία η [ataksía] Ο25 : α.έλλειψη τάξης, κατάσταση ή λειτουργία γενικά ανώμαλη: Aνέλαβε ο ίδιος τη διεύθυνση της επιχείρησής του, για να βάλει κάποια τάξη στην ~ που επικρατούσε. || (ιατρ.) μυϊκή ~, η αδυναμία του οργανισμού να ρυθμίσει τις εκούσιες κινήσεις των μυών. ~ σφυγμού, αρρυθμία. β. πράξη άτακτη· παρεκτροπή: Mην κάνεις αταξίες γιατί θα τιμωρηθείς. Kατηγορείται για οικονομικές / για διαχειριστικές αταξίες, ατασθαλίες.

(β) αφθονία:

αφθονία η [afθonía] Ο25 : ποσότητα πραγμάτων μεγαλύτερη από όση χρειάζεται· υπερεπάρκεια. ANT έλλειψη: ~ αγαθών / από αγαθά. ~ υλικών μέσων. Yπάρχω σε ~, αφθονώ. Tο τελευταίο καλοκαίρι είχαμε ~ από φρούτα. H κοινωνία της αφθονίας, η καταναλωτική κοινωνία.

(γ) ακρότητα:

ακρότητα η [akrótita] Ο28 : α.πράξη, ενέργεια ή λόγος που ξεπερνά κάθε επιτρεπτό ή ανεκτό όριο: Δογματικές / ηθικές / πουριτανικές / γλωσσικές / ιδεολογικές ακρότητες. Οι ακρότητες της πρώτης επαναστατικής περιόδου ήταν αναπόφευκτες. Kατά τη διαδήλωση σημειώθηκαν επεισόδια και ακρότητες. Kαι ο πιο νηφάλιος στοχαστής μπορεί να φτάσει κάποτε σε ακρότητες. β. η ιδιότητα εκείνου που φτάνει στα άκρα, του ακραίου: H ~ του μηδενισμού.

ζεν (μέρος α’)

Σεπτεμβρίου 4, 2008

Κρύφιες σκέψεις, κρυμμένες λέξεις. Τα λιγοστά μου όρια εκτείνονται ως τη σιωπή και πάλι πίσω. Από το δείκτη στον αντίχειρα, φωνές και ψίθυροι. Κι ας θέλησα να σε δω πριν την καταιγίδα, γυμνή, καταμεσής της θάλασσας, να ανεμίζεις τη σημαία σου, τα τρομερά μαλλιά σου…

www.corps-et-ames.com

www.corps-et-ames.com

Είναι οι νύχτες που κερδίζεις το ασύλληπτο. Σε θυμάμαι κρεμασμένη από όνειρα, να κυκλώνεις τα δάση με τα φτερά σου. Σε θυμάμαι να κρατάς στη χούφτα σου τη σιωπή μου — και να φιλάς τα μάτια μου τα δακρυσμένα. Σε θυμάμαι να καίγεσαι από ζωή και να κερδίζεις πεθαμένους με το κοφτερό σπαθί σου. Κι αν σου μιλώ, μη σκιάζεσαι, πασχίζουν οι αραιές μου λέξεις να γραφτούν.

Φωτιά.
Της μέδουσας το βλέμμα πάγωνε μπροστά στα πύρινα πόδια σου. Ανοίγαν δρόμο τα πλατάνια για να πατήσεις. Και τα γεράκια έσκυβαν να πιούν από τα δάχτυλά σου: αίμα και νύχτα και ήλιο και βροχή. Γιατί σε γνώριζε το ολότελα και το ποτέ. Κι ακολουθούσαν, τρέχοντας, οι μέρες. Μπας και προλάβουν και σε δουν κι αυτές, γυμνή και ιδρωμένη.

Φωτιά.
Του γέλιου σου η σαϊτιά γκρέμιζε τα σκονισμένα μυαλά τους. Και μέναν όλοι με το στόμα ανοικτό και με κομμένη ανάσα. Βύθιζες τον ήλιο μέσα σε λίμνες — μικρές, μεγάλες, ποιος νοιάζεται;; Κι αν τους μιλούσες, άλλαζαν οι μοίρες και οι γωνίες.

Φωτιά.
Έπειτα ήρθε ένα ξερό ποτάμι. Κάτω απ’ τα βότσαλά του κρυφτήκαμε ένα μεσημέρι. Κανείς να μην μπορεί να πει, ν’ αγκομαχώ ανάμεσα στο δρόμο που έφευγε κι εσένα που λυπόσουν. Να λιώνω για μια λέξη σου και να πονώ σε κάθε «όχι» μου. Κοράκια έτρωγαν σάρκες απ’ τα μάτια μου. Θυμάσαι; Τον ήλιο μάζευες στο στήθος σου και μου τον έδινες κομμάτια. Γι’ αυτό σου λέω: θυμήσου πώς ταξίδευες πάνω σε σύννεφα, πώς έφερνες κοντά τους γαλαξίες, πώς κέρδιζες το «τώρα» σαν οπτασία.


Υ.Γ. όχι, δεν τα ‘χω ξεχάσει τα τριαντάφυλλα…

04.08.08

Αυγούστου 4, 2008

Η ραθυμία του θέρους: μπλεγμένα μαλλιά κι άγρια γένια. Συναρμόζεται η ζέστη με αεράκι που κατεβαίνει απ’ τους γύρω λόφους. Την ώρα του μεσημεριού, αναρωτιέμαι πώς έφτασα ξανά εδώ. Ρητορικά ερωτήματα γραμμένα με άφταστα χρώματα. Περιπλέκονται αρχαίες μνήμες γύρω απ’ τ’ αφτιά μου. Ονειρεύομαι βαθιές θάλασσες και παγωμένες λίμνες. Της φυγής καταφύγιο· κι ας είναι το κελί κλειστό και σφραγισμένο.

Απ΄την άλλη, βέβαια, η αργοπορία του κορμιού και τα παλιά σημάδιά δεν έχουν εποχή. Όσο κι αν αλλάζουν οι πόνοι, όσο κι αν αλλάζουν όψη τα στίγματα, είναι γνωστό ότι εδώ κατοικεί από χρόνια ένα γνωστό θηρίο. Κατοικίδιο; Καταγέλαστη σκέψη. Θεριά και άνθρωποι, λέει, δεν κάνουνε μαζί. Και πώς γίνεται λοιπόν να τ’ αγαπώ σαν αδερφό μου;

Τι κι αν ματώνουν τα λόγια γύρω απ’ τα χέρια μου. Ας ειν’ καλά το οινόπνευμα που χύνω μες στις φλέβες. Αντισηπτικά: απολύμανση του μυαλού και της νύχτας.

Σε ταράτσες ξεπλυμμένες μαζεύονται αυτές τις μέρες οι Αθηναίοι. Κάθονται γύρω από ερείπια και ψεύτικα παρτέρια, συνομιλούν χωρίς να «λένε» και φλυαρούν χωρίς ν’ «αγγίζονται.» (Τι κι αν αγαπώ υπόγεια και ασφυκτικούς πεζόδρομους; Ακόμα μπορείς εσύ [μονάχα εσύ] να μ’ ανεβάζεις και σε ταράτσες και σε μπαλκόνια και σε αρχαίους λόφους.) Κανείς δεν κοιτάει τ’ άστρα, ασφαλώς, κανείς δεν νοιάζεται για τον αρχαίο βράχο. Απέναντι δέσποζε –όπως πάντα– η κορυφή μιας σκοτεινής μνήμης. Την είδες άραγε κι εσύ;

Καταρράκτης πίσω απ’ τα λόγια σου. Το δάκρυ σου γνωστό από καιρό. (Το φύλαξα, μην ανησυχείς… ) Χρόνια και χρόνια, φύλακας της θλίψης σου, συλλέκτης των σιωπών σου. Σ’ ένα μεταίχμιο απότομο, ακροβατείς –ευτυχώς! Νέες αναχωρήσεις σε καλούν και σε τρομάζουν. Βγάλε απ’ το μπαούλο την παλιά σημαία και ξεκίνα. Οι σημαιοφόροι δεν αργούν, πρώτοι νικούν και πρώτοι πέφτουν· πρώτοι πυρπολούνται και πρώτοι πυρπολούν: τ’ απέναντι μυαλά και τους ασφάλτινους δρόμους.

Ενδοφλέβιο αλκοόλ
και νικοτίνη χυδαία και αναγκαστική·
προφανώς σε καταγώγια
και ιδρύματα μ’ ασπρόμαυρους τοίχους
[ή μήπως είναι μαυρόασπροι;]
Τη μοναξιά να πνίξεις σε ποτήρια γεμάτα
οινόπνευμα
και σε λόγια ιδρωμένα να κοινωνήσεις
λησμονιά.
Εκτοπισμένα κορμιά που θάλλουν γύρω απ’ την μπάρα.
Κοινοτοπίες και ιλαρές κουβέντες τριγύρω.
Κι εσύ να σέρνεσαι,
να γλύφεις τα πατώματα
και να αγκαλιάζεις τους τοίχους.
Μόνος;
Τι προκατάληψη!
Τι έπαρση και τι Αλαζονεία!

Τα λόγια σου, προχθές, σου θύμισαν παλιές λίμνες
και παραδείσους επίγειους που βλέπεις ακόμα
στα όνειρά σου. Ανέγγιχτους!
Παραληρούσες πάνω απ’ τα ποτήρια σου,
ξερνώντας τίς ίδιες πάντα λέξεις
που όσα χρόνια κι αν περάσουν
όσες τρίχες κι αν ασπρίσουν
άλλες δε θα μπορέσεις
να γεννήσεις.

Φωτιά
και λίμνες
και σιωπές
[γεμάτες λόγια]
και κορμιά
και θάνατος
και ήλιοι που κρεμιούνται
από κρεμάλες τ’ απόγευμα
και μάτια
που ξεσκίζονται
και χέρια

χέρια
που δεν
αντέχουν
να ‘ναι χώρια
και δεν
αντέχουν
να ααγκαλιαστούν
μπροστά σ’ αυτό
το άπειρο
κι αυτή την
άβυσσο
που ανοίγει
ο πύρινος ήλιος
και πυρπολεί
η αιώνια λίμνη.

απόψε
[που λες]
θυμήθηκα
ένα μπουκάλι
μαυροδάφνη
πλάι σ’ ένα κρεβάτι
που μύριζε αρχαία σκόνη
και λησμονιά
και φωτιά
και…
«ζωή».

μετά τη φωλιά της

Απριλίου 18, 2008

Ορίστε τώρα.
Λαμβάνουμε μηνύματα καπνού κι απάτης,
εξαπάτησης κι αγάπης.
Εμείς οι ανέστιοι, εμείς οι έγκλειστοι!

Αδημονούσαμε ολημερίς
(με κάτι κρίνα θολωμένα από δίπλα
να τσαλαπατούν τις σκέψεις μας)
για ένα καταφύγιο, μια θλίψη νέα ίσως.

Από νωρίς μας μάτωνε ο ήλιος
και μια δυσοίωνη ραθυμία.

Ορίστε τώρα.
Φυματικοί κι ανάπηροι εκκλιπαρούμε νύχτες σιωπής,
νύχτες γεμάτες βαρέλια αλκοόλ
και ποταμούς ονείρων.
Κι εκείνη
– η εφευρέτρια της σιωπής –
μας εγκαλεί για έλλειψη
για αποχή και σκότος.
Εμάς τους ανέστιους!
Εμάς τους έγκλειστους!

Εμάς τους παλιάτσους!

στη φωλιά της

Απριλίου 14, 2008

Πρώτα μας πλήρωσε τα ποτά και μετά μας παρέσυρε στη φωλιά της. Εκεί, ξαπλωμένη στη γωνιά της έβγαζε απ’ το στόμα της μέλι και καπνούς, ομολογώντας παρελθόντα και ξορκίζοντας κακά μελλούμενα κι αόριστα. Στα πλακάκια η σκιά της έσερνε τις παλιές αλυσίδες, από καιρό σκουριασμένες. Κι αντί να τρομάξουμε, λαχταρούσαμε τα χέρια της και στις σιωπές της τρέμαμε μήπως πάψει να αγκαλιάζει. Βουτηχτές, στα τρίσβαθα των ματιών της, ήρθε η ζέστη της νύχτας να μας κυκλώσει.

black is beautiful

Μαρτίου 22, 2008

Είναι που οι φωτογραφίες με ματώνουν. Αλλιώς τώρα θα σ’ είχα κολλήσει εδώ να σε βλέπω και να μη χορταίνω. Αυτό το κομμάτι που πήγες κι έκοψες [τρελή!] εγώ συνεχίζω να το βλέπω και προφίλ και ανφάς. Ώρες ώρες αναρωτιέμαι αν θα συνεχίσει για πάντα (;) να σπαρταράει στα όνειρά μου. Τρελή! Τι πήγες κι έκανες… Αν ήξερες όλα μου τα αχ, όλες τις νύχτες που ακροβατούσα πάνω σ’ αυτό που τώρα δεν υπάρχει. Τι να γίνει, είμαστε έρμαια των σιωπών μας. Νόμος!
Απόψε έκλεισα τη φλυαρίες κι έβαλα μελωδικές φανφάρες. Ο Διονυσίου θα με λιγώνει πάντα. Έχω άραγε ένα τραγούδι που να σε θυμίζει ή σε θυμίζουν όλα; Μπα. Γλυκανάλατες αηδίες. Μάλλον το ουίσκι θα φταίει.

Γιατί…

Δεκεμβρίου 21, 2007

… όταν συνατιόμαστε, τα μάτια μας μιλάνε, όσο τριγύρω ακούγονται φωνές ανθρώπων τυχαίων ή μη, και θόρυβοι τυμπάνων γνωστών ή άγνωστων…

τα μάτια μας μιλάνε
πλάι στα χέρια της
που γράφουν
στον αέρα
μικρούς θανάτους

ατρόμητα τα μάτια της, σαν τα χέρια της, σαν το
γαμήσι που μετεωριζόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
άδικοι κόποι; όχι! τι να καταλάβουν οι βάρβαροι, όταν ξεσκίζονται τα μάτια;
πυρακτωμένα μάτια, αληθινά σαν κόλαση, καθαρά σαν πόνος… και καυλωμένα από
ηδονικών απομεσήμερων αναμνήσεις.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.