ξεχασμένη μπούκλα

Οκτωβρίου 28, 2008

είναι που

καμιά φορά

ξυπνάς από ύπνο βαρύ, ύπνο ανήσυχο

ύπνο αλκοολούχο

κι πέφτεις πάνω

σε μια τρίχα απ’ τα μαλλιά της

ξεχασμένη στο λαβομάνο

ή σε μια μπούκλα

που παράπεσε

κάτω απ’ το κομοδίνο

κι αναρωτιέσαι

για όλα τα πρωινά

που σηκώθηκες απ’ το κρεβάτι.

erection

Μαΐου 12, 2008

γεμίζει ο τόπος αγκάθια:

στύσεις, πτήσεις κι αιμοπτύσεις

[ανοίγω λεξικό ]

διαχύσεις, εξαρτήσεις, μιμήσεις

μυήσεις [αρχαίες ενάρξεις]

εξομολογήσεις [πάνω από ουίσκι, για μια παιδίσκη - μονίμως!]

αιτήσεις [άνευ χαρτοσήμου]

κλίσεις

κλήσεις

κρίσεις

[αυτό!]

κρίσεις άκριτα κρυφές

και (π)λήξεις

(εκ)ρήξεις

παραιτήσεις, μωρέ…

το «τώρα»

Μαΐου 10, 2008

ήμουν, που λες, κλειδωμένος

σε καταγώγιο ανώφελο

και ξένο…

και πάνω απ’ το κεφάλι μου

κρεμάλες με περιγελούσαν

σαν μουσική…

της νύχτας κομμένα πόδια

και ιστορίες αλλόκοτες

ριγμένες στη θολωμένη φαντασία μου…

φωνές και αγκομαχητά

φωνές που μπλέκονταν με ξεχασμένα βογκητά

κι αυτό το «αχ»

να παρακαλεί

«γάμησέ με»

«τώρα»

εμένα

που έσβησα απ’ το λεξικό

το «πάντα»

το «ποτέ»

μα πιο πολύ

το «τώρα»…

Όταν διεγείρονται…

Δεκεμβρίου 18, 2007

90-malcolm-liepke.jpg

…μπορούν να γράψουν κάτι σαν ποίηση με λέξεις άγριες. Της γης γεννήματα και της οσμής οράματα. Μπορούν, λοιπόν, να αγαπήσουν την ηχώ των «βυζιών», το άρωμα του «μουνιού» και την αφή του «κώλου». Αισχρά και πρόστυχα λόγια δε γνωρίζουν όταν διεγείρονται. Προσκυνητές των στύσεων, αφουγκράζονται το παλλόμενο σπέρμα ως τις φλέβες του μυαλού τους. Τα δάχτυλά τους ξυπνούν μέσα στη νύχτα και με μελάνια γράφουν κραυγές σε τοίχους. Μηνύματα στέλνουν με τον αέρα, σε άγρα κορμιών…

μια ομορφιά ασπρόμαυρη σύρθηκε ως εδώ, σαν του χι
ονιού το σκίσιμο, σαν του νερού το κλάμα. Με λόγια
υπέροχα μου μίλησε το στήθος της… Και στην καμπύλη του γεν
νήθηκα ξανά, σαν έμβρυο που σώθηκε απ’ τον κατακλυσμό, σαν ερημ
ίτης που το θάνατο αψήφισε πέφτοντας στο γκρεμό.

Βυθίστηκα απόψε
σε μια φωτογραφία
ανεπανάληπτη.
Yπέροχα όνειρα γεννήθηκαν
σ’ ένα κομμμάτι σάρκας
γυμνής
(κι απέραντης)
Zητιάνεψα με τη γλώσσα μου τη γεύση της,
υποκύπτοντας σε στύσεις απρόσμενες.
Iκέτεψα
για λίγο ιδρώτα απ’ τη μασχάλη της, για
λίγο δάκρυ απ’ τα μάτια της.
Aγάπησα ξανά
όλη την ομορφιά που μου χαρίστηκε.

Κρίνων οσμές, βγαλμένες από μια μνήμη σάρκινη, μνήμη αφής … Tαξίδευα –
ώρες ατέλειωτες — πάνω στη σάρκα της… (κι ας μην το έμαθε ποτέ), σκαλίζοντας
λέξεις στον άνεμο, ελπίζοντας να φτάσουν κάποτε και να μπλεχτούν κάτω απ’ τα ρούχα της… τα ρούχα που κρύβαν
oρίζοντες πορφυρωμένους από καμπύλες , ναούς κρυστάλλινους, τους δυο γοφούς τη
ς

αυτή τη νύχτα

Δεκεμβρίου 1, 2007

ζωσμένος εκρηκτικ
ές μνήμες, ανάμεσα σε α
νθρώπους και σκιές, στον πάτο μπουκαλ
ιού απύθμενου, μ’ άγγιξε της σιωπής η
αγκαλιά κι ο έρωτας

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.