πριν την αρχή

Αυγούστου 10, 2009

σε προκαλώ
πιες απ’ το λαιμό μου όλο το αίμα
είναι πια η εποχή του θάρρους
[όχι του θέρους... αυτό είναι όλο και πιο θλιβερό]

ο καύσωνας έφερε μαζί του
τ’ αποκαΐδια των καλοκαιριών μου
εμένα! που πάντα σιχαινόμουνα τον ήλιο
και πέθαινα ντάλα μεσημέρι κάθε μέρα…

σκισμένα χαρτιά και απρόσμενα τζιτζίκια,
καμμένα γράμματα και μισοτελειωμένα όνειρα,
ονειρώξεις και προσευχές, αρχινισμένοι όρκοι,
ατέλειωτος ιδρώτας κι ένα μοναδικό μολύβι –
ο καύσωνας έφερε παυσίπονα και αλκοόλ
μέσα απ’ το κλειστό παντζούρι.

ιερογλυφικά, για μυθιστορήματα που ακόμα δεν άρχισα·
σημειώσεις αυτόχειρα έγκλειστου και ερημίτη,
να θυμηθώ να τα μαζέψω… να θυμηθώ να τα φυλάξω.

λογαριασμοί που είχαν κλείσει και
γραμμάτια που με περιμένουν κάτω απ’ το κρεβάτι.
δέκα λέξεις όλες κι όλες
κι όμως φτάνουν για να πυρπολήσουν μια ολάκερη ζωή!

παράθυροΠόση σιωπή μαζεύτηκε μέσα στη σκόνη. Πάλι καίγονται οι τοίχοι και λιώνουν τα πεζοδρόμια. Έξω απ’ το παντζούρι μου μονάχα μπάζα και σκόνη και φωτιά και τρόμος. Ο ιδρώτας μου έχει γεύση από πένθος, αλλά δεν ξεχνάει ποτέ να στέκεται πάνω στα μάτια μου. Τα δάχτυλά μου πονούν ακόμα. Αυτό το καλοκαίρι είναι πιο κρύο απ’ τα άλλα. Κι ο καύσωνας μου καίει τους πνεύμονες σαν πυρκαγιά. Αυτό το καλοκαίρι… κομμένες κεφαλές και ανάπηρες γλώσσες χορεύουν πάνω στα συντρίμμια. Σε ψάχνω ακόμα σε βιβλία. Ακόμα φοράω τις σιωπές μου στο λαιμό. Φυλαχτά, αν θυμάσαι. Αλλά, γιατί να θυμάσαι; Τόσα χρόνια έγδερνα τους τοίχους κι έξω ακόμα δεν βγήκα. Το κελί μου άλλαξε όροφο, ε και; Τα ‘παμε, όμως, αυτά. Αν μ’ άκουγες, θα πέθαινα μέσα σε μια στάλα ουίσκι. Κι ακόμα δεν έχω πιει τίποτα, μόνο πικρό καφέ και χιλιόμετρα δρόμου. Καψαλισμένες ώρες και λεπτοδείκτες-λαιμητόμοι. Πώς σιχαίνομαι τις παρομοιώσεις και τις μεταφορές!! Κι αν σε περίμενα, τούτος ο σταθμός δεν περιμένει πια κανένα τρένο να περάσει. Κλειστός, λέει. Εκτελούνται έργα. Υπομονή…

Ακόμα δεν έμαθα τι σημαίνει «καλοκαίρι». Ο εγκλεισμός δεν έχει χρώμα ούτε εποχή.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.