χαρακιές
Απριλίου 12, 2009
Ημουν το ξέπλυμμα της αυγής και της νυχτιάς το μήπως.
Γονατιστός και ματωμένος μες στου κελιού τη θαλπωρή,
έπλεκα μαλλιά με άρρωστες σκιές και σκισμένα χαρτιά.
Ολόγυρα οι θάνατοι
κι οι σφαίρες και οι χαρακιές — και το δικό μου στόμα από καιρό
στεγνό, στυφό, αμπαρωμένο …
Και τώρα, να! Να που έρχεται η «ζωή» και με χτυπάει στα μούτρα,
να που έρχεται το «τώρα» και μου χαράζει το σημάδι του
στα χέρια και τα βλέφαρα, να που έρχεται η θάλασσα
κι ο άνεμος της σκοτεινιάς και των ανθρώπων το χνώτο
το βαρύ και πικραμένο.
Πόσους ίσκους ν’ αντέξει τούτη η πλάτη;
Του εγκλεισμού τη φλυαρία δεν την αντέχουν ούτε οι τοίχοι μου. Μα
τι να κάνεις. Κάθε φορά η ίδια ιστορία. Χαράζει η μέρα πριν κοιμηθείς,
χαράζει το δέρμα απ’ τους πόνους, χαράζει το αίμα απ’ το φόβο,
χαρακιές παντού μα όχι μέσα σου. Τόσες φορές αρνήθηκα τις φλόγες
που έχασα το λογαριασμό.
Κι ήμουν δειλός
και ήμουν μόνος
και κάτι τεράστιοι λεπτοδείχτες μπήγονταν στη σάρκα μου
και τότε ξύπνησα απ’ τη ζωή και βρέθηκα στο όνειρο
μα ήταν εφιάλτης.
οπισθοχώρηση
Οκτωβρίου 13, 2008
Η «αρχή της πραγματικότητας» θα σου χτυπήσει αναπόφευκτα την πόρτα. Μη δείχνεις ότι λησμονείς! Μη δείχνεις ότι ξέχασες! Τους εφιάλτες σου μην αγνοείς, θα επιστρέψουν. Τις κλειδαριές μην ξεχνάς να αμπαρώνεις. Προστατευτικά και αλεξίκακα λημέρια αναζητώντας, έπεσες σε τρύπες γνωστές και γνώριμες. «Γνώριμες»; Το κέλυφος ραγίζει απ’ του μυαλού τους πίδακες.
Ξέρεις καλά –χρόνια τώρα– ότι οι λέξεις σου δε φτάνουν να οχυρώσουν το δωμάτιο. Οι νέοι πόνοι είναι τόσο παλιοί όσο και οι ρυτίδες σου. Οι νέοι φόβοι απομεινάρια χρόνων και χρόνων. Όλα τα λόγια σου μαζί δε φτάνουν να ντύσουν ούτε ένα παράθυρο.
Κάποτε ήλπιζες στων κοριτσιών τη γύμνια. Να τριγυρνούν εκείνες –νεράιδες κόσμων απόκοσμων– μέσα στα άδεια δωμάτια και να συνθλίβουν με τη φτέρνα τους όλα τα κακά του κόσμου. Φρούδες ελπίδες. Στα σκονισμένα σου δωμάτια δεν πατούν πόδια αγνά κι αθώα. Μόνο απ’ τα μαλλιά σου μπορείς να πιαστείς, φουκαρά μου. Όμως κάθε φορά ξεχνιέσαι και τα κόβεις κοντά. Κάποτε ήλπιζες στην ερημιά και την ανδρεία. Ν’ αναδειχθείς πάνω απ’ όλους, ατρόμητος κι αθάνατος. Μ’ ασπίδα την καρδιά σου και όπλο τα άδεια σου χέρια. Φρούδες ελπίδες!
Να τις θυμάσαι μετέωρες. Σ’ ένα κατώφλι παγωμένες και σιωπηλές. Φεύγουν λοιπόν ξανά; Να φρενάρεις το χρόνο τραβώντας το χειρόφρενο. Και στην πλάτη τους να κεντάς λόγια, τραγούδια και σιωπές. Να μείνεις εκεί να τις κοιτάς αγέρωχες και μόνες. Πόσο λιγότερο σε τρομάζουν έτσι γυρισμένες, με το κεφάλι τους σκυμμένο και τα μαλλιά τους λυτά. Να ζωγραφίζεις το θάνατο στη ραχοκοκαλιά τους. Κι όλο να φεύγουν. Κι όλο να μένει πάνω τους το σημάδι σου. Κι όλο να μένεις πίσω μες στο κρύο της κάμαρας.
Τριάντα χρόνια ένας μετεωρισμός. Και μια ακινησία. Ας είναι…
[σημείωση: όχι ακόμα δεν τελειώσαμε με το ζεν.
ένα ακόμα διάλειμμα μονάχα, λόγω... ανωτέρας βίας]
ο νόμος του Μέρφι
Ιουλίου 19, 2008
από καιρό
σε καιρό
κάτι γίνεται
και το ηλεκτρονικό απόθεμα
η αποθήκη, μ’ άλλα λόγια, της «ζωής» μου
ανατινάσσεται
ή άλλως, καίγεται
κάτω από πύρινη λάσπη
καύσωνες
και λιωμένες πρίζες.
χάνεται το παρελθόν
σε ηλεκτρικά σκουπίδια
και ηλεκτρονικά ερείπια
κι άντε μετά
να συνεχίσεις
πόσο μάλλον να ξαναρχίσεις.
άντε να ξαναβρείς το νήμα
τις ώρες που το σπίτι κολυμπάει
σ’ ατμούς και φλογισμένους τοίχους
τις ώρες που το μυαλό
αργοπορεί κι αυτό
από την πύρινη λαίλαπα, που λένε και στις ειδήσεις.
βάζω εδώ μια σημείωση
κι αν η απουσία ξένισε μετά τον ορυμαγδό
δεν ήταν ότι ενέσκηψε καμιά «ζωή»
το αντίθετο…
ενέσκηψε η καταστροφή
όπως πάντα
η ρουφιάνα
