στα κρυφά
Αυγούστου 16, 2010
ζωή κατά λάθος. γραφή άγραφη, εκτοπισμένη κι έγκλειστη σε καταγώγια, τρεμάμενες νύχτες και καπνούς. μπλέχτηκαν τα δάχτυλα μες στις σκέψεις: πληγές και πλήξεις, πλήγματα ίσως και τηλεγραφήματα. το σπασμένο παράθυρο κλείνει με πάταγο κάθε που πέφτει η νύχτα. κατά λάθος ξημερώνουν οι μέρες, κατά λάθος ιδρώνουν τα σεντόνια. όσες φορές κι αν τη γράψεις, η λέξη μοναξιά δεν αλλάζει χρώμα. φτάνει μόνο να τη λες για να γκρεμίζεται ο κόσμος. ηλεκτρικά φώτα την απογειώνουν. οσμές που ξεπηδούν μέσα από ποτήρια και σε πιάνουν απ’ το λαιμό. σφύζει ο κόσμος από φονικά, παρασέρνεται η θάλασσα απ’ τα χιόνια. παγωνιά εν μέσω καύσωνα. στέρεψε η στέρνα.
γεωγραφία
Απριλίου 2, 2010
στη γεωγραφία του πόνου
μαύρες τρύπες
τα βιβλία, τα τετράδια, τα πληκτρολόγια
στην αγιογραφία της ερημιάς
σημάδια φωτεινά
βουβές μουσικές και τυφλές εικόνες
ήρθαν οι μέρες που γύρισε ανάποδα
το ποτέ και το πάντα
ήρθαν τα βράδια που ανέβηκα
στην κορυφή του λόφου
να μαζέψω τις λουφαγμένες μου
σιωπές
ανατριχιάζω μπροστά στα «χάχανα του κόσμου»
και οι κρυφή μου συνομιλία με τα φαντάσματα
με σώνει απ’ το φόνο
ή την αυτοκτονία
τα ημερολόγιά μου αγκομαχούν όπως και τα ποτήρια μου
φιάλες αδειανές και στάλες στα πατώματα
καρέκλες, κρεβάτια, τασάκια
πολεμοφόδια για τις φωτιές που
δεν θ’ ανάψω.
…λέξεις…
Αυγούστου 13, 2009
Φαντασιώσεις μεγαλείου και Ταπεινώσεις ανικανότητας. Το αιώνιο δίλημμα, γεμάτο από ακυρώσεις, ονειρώξεις, ηδονές, επιστολές και, πάνω απ’ όλα, αναστολές. Αναβάλλοντας, ζεις περισσότερο άραγε; [Πολύ αμφιβάλλω].
Ανέβηκα, ωστόσο, την ανηφόρα, για ένα καρτούτσο κρασί, μαζί με δυο κουβέντες. Κι ύστερα πολυλογία, φλυαρία, άγνωστοι που παίζουν τους γνωστούς και τους φίλους [σαν τους κλέφτες και τους αστυνόμους].
Μαζεύω τις λέξεις μου για τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Λιγοστεύουν τα απομεσήμερα, μην το ξεχνάς! Λέξεις-κλειδιά, κώδικες άγνωστων γλωσσών, δέκα λέξεις-δέκα τόμοι μιας βιογραφίας που ποτέ δεν θα γραφτεί. Άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα, καρτ-ποστάλ, πεταλούδες, κορμιά, μουνιά και σπέρματα. Εγώ λέξεις.
Κάποτε θα τις χαράξω πάνω στο κορμί της. Και τότε θα ‘μαστε αληθινά αδέρφια. Οι ίδιες χαρακιές, οι ίδιες πληγές. Μέσα και έξω. Κάποτε θα γεμίσουν τους τοίχους και τα χαρτιά μου, σαν το χέρι της, σαν το λαιμό της. Κάποτε… Ή ίσως και ποτέ.
