τα σκισμένα ημερολόγια
Δεκεμβρίου 4, 2010
ο σκοτωμένος ύπνος αρρωστημένο πρωινό γεμάτο βραδινή απελπισία. ό,τι ξερνάει η νύχτα, το μαζεύει η μέρα χάντρα χάντρα. στο μυαλό μου υψώνονται καταιγίδες, μαύρα σωθικά και σκουριασμένες πρόκες. τα πατώματα γέμισαν πάλι καρφιά και τα παράθυρα παραπετάσματα. εγκλεισμός. ένα μεγάλο κελί όλες οι μέρες. πώς έγινε και το κελί ξανάσπασε στα δύο; πώς έγινε και δεν με χωράει ούτε αυτό το μέρος;
είναι αυτή η ξαφνική λαχτάρα να πιάσεις απ’ τον λαιμό τον πρώτο που θα βρεις μπροστά σου. αυτή η αναπάντεχη μανία να εκτελέσεις τον διπλανό σου, να ξεριζώσεις το κακό απ’ τη ρίζα, να ξεχυθείς μετά στους δρόμους χορεύοντας γυμνός στα σιχαμένα πεζοδρόμια.
αγκομαχούν τα λόγια και τα ημερολόγια πέφτουν στον φωταγωγό. στο μυαλό μου σπίθες στήνουν μακρόσυρτο γαϊτανάκι. ακόμα και ο αέρας γρατζουνάει το μέτωπό μου, ακόμα και η σκόνη είναι λόγος να ξεκινήσει παγκόσμιος πόλεμος, ακόμα και το τρίξιμο του κρεβατιού, η απλωμένη πετσέτα, ο τυχαίος βήχας είναι λόγοι να πάρεις κεφάλια. έτσι, σκέφτομαι, ξεκίνησαν όλοι οι δολοφόνοι — κι όλοι οι κρεμασμένοι.
έτσι, λοιπόν, με εκδικείται το μυαλό μου. ήρθε η σειρά του. ύστερα θα με εκδικηθεί το σώμα — αυτό πήρε το μερτικό του και τώρα ξεκουράζεται. σημάδια στη σάρκα, χαρακιές που κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς έγιναν, λόγια που σαπίζουν στις αυλακιές του δέρματος. όσο να πεις είναι μια παρηγοριά να μπορείς τουλάχιστον να θρηνολογείς το τίποτα που είσαι.
αφήστε με, σας λέω. απόψε δεν θέλω να ακούω ούτε την ανάσα μου — χτυπούν οι σκέψεις με κάτι απρόσμενες βαριοπούλες. από αύριο μπορεί να «σκεφτώ» ξανά τη μέρα που ξημερώνει. απόψε, όμως, τα νύχια μου είναι έτοιμα να με κατασπαράξουν. ας είναι. θα τη γλυτώσουμε και πάλι.
Χρέη Απλήρωτα
Φεβρουαρίου 9, 2010
Χρόνια τώρα κλείνω λογαριασμούς,
μα μένουν ακόμα απλήρωτα τα χρέη.
Γράμματα, Γράμματα, Γράμματα…
Επιστολές που έμειναν μισές, λέξεις που γύρεψαν τη μέρα και βρήκαν μόνο νύχτα, λόγια που ξέμειναν κρεμασμένα σε ηλεκτρικά σύρματα ή σε βουβά βλέμματα.
Οι γρατζουνιές στους τοίχους δεν είναι καινούργιες… κάθε βράδυ τις σβήνω με τη γόμα, κάθε πρωί τις ξαναβρίσκω πιο βαθιές. Χαρακιές, χαράγματα, χαράματα.
Απέραντο κελί, κίτρινα τετράδια, κιτρινισμένα δάχτυλα, συμ-
πτώματα — νεκρές φύσεις (ή αφασίες) — καπνοί που πά-
λιωσαν σαν τα όνειρά μου… μπαγιάτικα όνειρα. Νυχτοφύλακας
ήθελα κάποτε να γίνω ή φαροφύλακας· τώρα φυλάω μόνο τα κου-
ρέλια και τα σκουπίδια! Παγίδες και δόκανα, μετέ-
ωρες καταδίκες, καταδικασμένες ώρες. Τα μπουκάλια άδειασαν,
τα παυσίπονα μπλέκονται με χρωματισμένα μάτια, πώς να
αρχίσεις και πώς να τελειώσεις;
Χειμώνας και χιόνια, κρεμασμένα εσώ-
ρουχα που δεν φορέθηκαν παρά μόνο σε βράδια
έρημα και φλογισμένα. Όλη η παγωνιά να πληρώνεται με
ηρεμιστικά και κρεμάλες.
πόνος, πόνοι, πόρπες
Μαΐου 26, 2008
ημερήσια εσωστρέφεια, κυκλώνες απόγνωσης·
με νύχια και με δόντια, ριζώνω στην καρέκλα μου.
ικέτης! το σάλιο της ζητούσα όλη τη νύχτα,
κοιλάδες ονειρευόμουν: την κοιλιά της, το στρίφωμα της πλάτης·
ρακένδυτα όνειρα, χαραγμένα πατώματα,
αρχή και τέλος τα δύο της στήθη:
ναύτες κρεμιούνται κάτω απ’ τη σκιά τους. Όμως εδω…
ίχνη πόνου κάτω απ’ το κρανίο, ολονύχτια
ακροβασία πάνω σε παυσίπονα.
η μάχη που δεν τελείωσε (ακόμα;)
Μαΐου 21, 2008
Θέριζα θηλειές μέσα απ’ τους μηρούς της.
Άκρες της νύχτας μ’ έστρεφαν στα μάτια της.
Νυγμούς χάιδευα, αρμύρα απ’ το αιδοίο της στη γλώσσα μου.
Ακέφαλες μνήμες τρίζαν κάτω απ’ το κρεβάτι.
Τρεμάμενα στόματα, που τάιζα σάρκες.
Ολάκερο το δωμάτιο χώρεσε σε μια στιγμή στη χούφτα της.
Σεργιάνι θανάτου ατέλειωτης μάχης.
19.05.08
Μαΐου 19, 2008
«Αλγεβρικές εξισώσεις» τα βήματα του ποιητή
που λύθηκαν εντέλει ένα μεσημέρι
στου αρχαίου δέντρου τη σκιά.
Μα τα δικά μου
«άλυτοι γρίφοι», ανηφοριές και έρημοι δρόμοι
που βάδισα
μ’ ένα μαχαίρι στα δόντια
κι ένα ξυράφι στα χέρια.
Τι θέλησα άλλωστε
πέρα από
μια φλεγόμενη μνήμη
ή μια καινούργια λησμονιά;
Ή μια προσφορά
μια φλεγόμενη
γύμνια
να μου συνθλίψει
όλες τις σκέψεις
όσο θα κοινωνώ
αίμα
και ιδρώτα
μέσα
απ’ τους μηρούς σου.
ξημερώματα 30.04.08
Απριλίου 30, 2008
Της εξορίας μου τα βήματα
μ’ οδήγησαν σε καταγώγιο οικείο
σαν μαξιλάρι.
Μές στην αιθαλομίχλη
ονειρευόμουν πάλι επαναστάσεις και βουνά
και όπλα και γυναίκες.
Μονοπάτια που παίρνω
κάθε τόσο
μπας και ξεφύγω τις κρεμάλες…
Συναπαντήματα ίδια
αραχνιασμένα βήματα
το κουράγιο μου σώνεται σιγά σιγά
όμως; η φρίκη δεν αργεί,
δεν υποτάσσεται.
Θα ΄γραφα τώρα ένα ελεγείο
και μια μπαλάντα
για τα χέρια σου
ή ίσως για το χαμόγελό σου…
μα είν’ τα χέρια μου δειλά
και τα μαλλιά μου άσπρα
τριανταρήσαμε
αγάπη μου
και δεν αρκεί
να επαναλαμβάνουμε
τη ζωή μας.
ανορθόγραφα μεθύσια
Απριλίου 22, 2008
Αφήνω το χθεσινό, των χαραμάτων, να επιπλέει μέσα στη λίμνη αλκοόλ που το γέννησε [με όλες τις δυσκολίες του και τα ορθογραφικά του]. Λιμνάνθρωποι το πότιζαν κι αυτό, όπως και τον γεννήτορά του. Είμαστε τα βράδια μας. Πάντα αυτό και τίποτε άλλο. Τις μέρες κρυβόμαστε πίσω απ’ τα παντζούρια. Μη γίνει κάνα λάθος και φλερτάρουμε και πάλι τα περβάζια. Ναυάγια και ναυαγοί στον πάτο της χθεσινής λίμνης. Και το μήνυμα του καπνού, βάλσαμο απρόσμενο. Εκείνο το χαμόγελό μου ευτυχώς κανείς δεν το ‘δε…
Συρθήκαμε λοιπόν στην τρύπα μας, με βήματα που ήλπιζαν σε κάτι άλλο. Το βράδυ οπισθοχωρούσε, τα πεζοδρόμια ξεπλέναν συναπαντήματα. Καρέκλες και τραπέζια που διαδήλωναν στους δρόμους. Πλακάκια ανεμίζαν και τασάκια φορτωμένα σφύριζαν ανάμεσά μας. Πνιγήκαμε απ’ τους καπνούς και τα οινοπνεύματα. Ρουτίνα…
Γιατί…
Δεκεμβρίου 21, 2007
… όταν συνατιόμαστε, τα μάτια μας μιλάνε, όσο τριγύρω ακούγονται φωνές ανθρώπων τυχαίων ή μη, και θόρυβοι τυμπάνων γνωστών ή άγνωστων…
τα μάτια μας μιλάνε
πλάι στα χέρια της
που γράφουν
στον αέρα
μικρούς θανάτους
Αφιέρωμα
Δεκεμβρίου 17, 2007
Περίκλειστες μνήμες, γεννημένες σε παραλίες πορφυρωμένες από ήλιους που αυτοκτονούσαν. Κάτω απ’ την άμμο ξεθάβαμε λέξεις και τις ρίχναμε στη θάλασσα να δούμε αν επιπλέουν. Ναυάγια ποίησης κι έρωτα, περιμέναμε το ανεξήγητο. Οι αυτόχειρες ήλιοι μας έπλεναν απ’ τον κόσμο. Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα της, μια μικρή σπιθαμή του κορμιού μου ριγούσε. Μέσα στο βλέμμα της ανακάλυπτα χιλιάδες κόσμους και μόνο μία λέξη: τώρα. Χωρίς φωτογραφίες, χωρίς ρολόγια, χωρίς ημερολόγια, χωρίς πριν, χωρίς μετά… Την ώρα που ο κόσμος γύρω καιγόταν, εμείς κρατιόμασταν σφιχτά από μια κοινή ανάσα.

