e4Ng8qidCqg9uxuf9Xvng2PWo1_500

φυγή και διαφυγή, δρόμοι κλειστοί, αδυναμίες, μες στο κατ
ακαλόκαιρο, αργοπορημένη έξοδος, ηρωική ή κωμική, μάλλον παυσίπο
νη (ή έτσι ελπίζω), ένα χέρι με πιάνει απ’ το λαιμό, επισ
τρέφει ο θάνατος και ο χειμώνας, ποιος να μου το’ λεγε, εκτ
άσεις εσωτερικές προσωπικής ιστορίας, ει μη και παρωδίας, αναμνή
σεις άρρωστες, μπαγιάτικες σαν ξεραμένα σπέρματα, κατάλοιπα αυνανισ
μού και ονειρώξεων επίπονων, επίμοχθων, επίορκων, επίπλ
αστων. μην υποκύπτεις! μην προσπερνάς! μη λησμονείς! μην σακα
τέψεις την ανάπηρη σκια σου! πυρπολημένες νύχτες, σκιάχτρα και τέρ
ατα, όλος μου ο φόβος δεν κάνει ένα χαμόγελό σου.

e4Ng8qidCr028klfSfwc7SfOo1_400

ματωμένα χείλια

Μαΐου 26, 2008

πάλι τα ίδια

τα χείλη μου έγδαρα πάνω στο κορμί της

τα χείλη μου κόλλησα πάνω στο ξυράφι

κι όταν οι καύλες έκλαιγαν πάνω στα πτώματά τους

έγλειφα, έγλειφα το αίμα που χυνόταν

κι έριχνα χούφτες αλκοόλ

στα μάτια της πληγής

στο στόμα της ανάγκης

να κοιμηθεί επιτέλους το θηρίο

να σαρωθεί για μια στιγμή ο θάνατος.

ημερήσια εσωστρέφεια, κυκλώνες απόγνωσης·
με νύχια και με δόντια, ριζώνω στην καρέκλα μου.
ικέτης! το σάλιο της ζητούσα όλη τη νύχτα,
κοιλάδες ονειρευόμουν: την κοιλιά της, το στρίφωμα της πλάτης·
ρακένδυτα όνειρα, χαραγμένα πατώματα,
αρχή και τέλος τα δύο της στήθη:
ναύτες κρεμιούνται κάτω απ’ τη σκιά τους. Όμως εδω…
ίχνη πόνου κάτω απ’ το κρανίο, ολονύχτια
ακροβασία πάνω σε παυσίπονα.

Θέριζα θηλειές μέσα απ’ τους μηρούς της.
Άκρες της νύχτας μ’ έστρεφαν στα μάτια της.
Νυγμούς χάιδευα, αρμύρα απ’ το αιδοίο της στη γλώσσα μου.
Ακέφαλες μνήμες τρίζαν κάτω απ’ το κρεβάτι.
Τρεμάμενα στόματα, που τάιζα σάρκες.
Ολάκερο το δωμάτιο χώρεσε σε μια στιγμή στη χούφτα της.
Σεργιάνι θανάτου ατέλειωτης μάχης.

erection

Μαΐου 12, 2008

γεμίζει ο τόπος αγκάθια:

στύσεις, πτήσεις κι αιμοπτύσεις

[ανοίγω λεξικό ]

διαχύσεις, εξαρτήσεις, μιμήσεις

μυήσεις [αρχαίες ενάρξεις]

εξομολογήσεις [πάνω από ουίσκι, για μια παιδίσκη - μονίμως!]

αιτήσεις [άνευ χαρτοσήμου]

κλίσεις

κλήσεις

κρίσεις

[αυτό!]

κρίσεις άκριτα κρυφές

και (π)λήξεις

(εκ)ρήξεις

παραιτήσεις, μωρέ…

ατρόμητα τα μάτια της, σαν τα χέρια της, σαν το
γαμήσι που μετεωριζόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
άδικοι κόποι; όχι! τι να καταλάβουν οι βάρβαροι, όταν ξεσκίζονται τα μάτια;
πυρακτωμένα μάτια, αληθινά σαν κόλαση, καθαρά σαν πόνος… και καυλωμένα από
ηδονικών απομεσήμερων αναμνήσεις.

ονειρεμένο κορμί, στις καμπύλες σου η ανάσα
μου αργοπορεί, αγκομαχά, και στου μουνιού το τρίχωμα τ
ο μάτι μου δακρύζει, προσμένοντας
ρινίσματα σπέρματος και πίδακες υγρών. ερεθισμένα όργανα
φυτρώνουν κάτω απ’ τα σκεπάσματα. ζητιάνεψα ηδονές άδολες, ταξ
ιδεύοντας πάνω στη γύμνια σου. και στις φωτογραφίες σου
άνοιξα διάπλατα τ’ απέραντο.

ΣΟΝΕΤΤΟ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ.15
(Η χρήση χυδαίων λέξεων)

Εγώ ο άμετρος, που ζω μετρίως, στα τρία μου
σας γράφω, φίλοι να το ξέρετε! Σο-
βαρά ποθώ χυδαία να σας ξεχέσω
- ανάγκη δεν σας έχω… μήτε χρεία μου!

Στο πήδημα τα λόγια φτιάχνουν καύλα:
το χαίρεται ο γαμιάς να λέει γα-μή-σι
- κι αυτός, που λέξεις έχει να σκορπίσει,
ποτέ του δεν θα κοιμηθεί σε τάβλα.

Γαμίκουλες καλούς η γλώσσα θα ‘χει στέψει,
μόνο όταν το κοράσι τους πιπώσει
στεγνά κι αγρίως -κοντά στο νου κι η γνώση.

Στεγνός στο πνεύμα μόνο μην και μείνω!
Η τέχνη του άντρα λέει: γαμώ με σκέψη∙
κι η πολυτέλεια: να γελάω, όταν χύνω!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
Από το βιβλίο ΣΑΟΥΝΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΥΣΙΑ, Ύψιλον, Αθήνα 2005, σελ.43

Σημείωση: επειδή καθυστερεί το νετ και η ανάρτηση της νέας, αντίστροφης, τριλογίας, μια μικρή παρένθεση με λόγια μεγάλων ανδρών…

έκρυθμοι καιροί, εκτροχιασμένοι,
ρεμβασμοί πάνω από λόγια γραμμένα κι άγραφα …
ωθήσεις φαντάζομαι και ώσεις φαλλών μέχρι τα
τρίσβαθα κόλπων μουσκεμένων και γενναίων.
ανάπηρες φαντασιώσεις, ματαιωμένα πρωινά κι ερωτευμένες λέξει
ς

Όταν διεγείρονται…

Δεκεμβρίου 18, 2007

90-malcolm-liepke.jpg

…μπορούν να γράψουν κάτι σαν ποίηση με λέξεις άγριες. Της γης γεννήματα και της οσμής οράματα. Μπορούν, λοιπόν, να αγαπήσουν την ηχώ των «βυζιών», το άρωμα του «μουνιού» και την αφή του «κώλου». Αισχρά και πρόστυχα λόγια δε γνωρίζουν όταν διεγείρονται. Προσκυνητές των στύσεων, αφουγκράζονται το παλλόμενο σπέρμα ως τις φλέβες του μυαλού τους. Τα δάχτυλά τους ξυπνούν μέσα στη νύχτα και με μελάνια γράφουν κραυγές σε τοίχους. Μηνύματα στέλνουν με τον αέρα, σε άγρα κορμιών…

μια ομορφιά ασπρόμαυρη σύρθηκε ως εδώ, σαν του χι
ονιού το σκίσιμο, σαν του νερού το κλάμα. Με λόγια
υπέροχα μου μίλησε το στήθος της… Και στην καμπύλη του γεν
νήθηκα ξανά, σαν έμβρυο που σώθηκε απ’ τον κατακλυσμό, σαν ερημ
ίτης που το θάνατο αψήφισε πέφτοντας στο γκρεμό.

Βυθίστηκα απόψε
σε μια φωτογραφία
ανεπανάληπτη.
Yπέροχα όνειρα γεννήθηκαν
σ’ ένα κομμμάτι σάρκας
γυμνής
(κι απέραντης)
Zητιάνεψα με τη γλώσσα μου τη γεύση της,
υποκύπτοντας σε στύσεις απρόσμενες.
Iκέτεψα
για λίγο ιδρώτα απ’ τη μασχάλη της, για
λίγο δάκρυ απ’ τα μάτια της.
Aγάπησα ξανά
όλη την ομορφιά που μου χαρίστηκε.

Κρίνων οσμές, βγαλμένες από μια μνήμη σάρκινη, μνήμη αφής … Tαξίδευα –
ώρες ατέλειωτες — πάνω στη σάρκα της… (κι ας μην το έμαθε ποτέ), σκαλίζοντας
λέξεις στον άνεμο, ελπίζοντας να φτάσουν κάποτε και να μπλεχτούν κάτω απ’ τα ρούχα της… τα ρούχα που κρύβαν
oρίζοντες πορφυρωμένους από καμπύλες , ναούς κρυστάλλινους, τους δυο γοφούς τη
ς

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.